Βερονίκη Δαλακούρα, Ένα απόγευμα, η ομίχλη, Κουκκίδα, 2018
Ε Κ Δ Ρ Ο
Μ Η
Ντυμένοι με την πράσινη στολή, αμίλητοι, φορώντας ένα απαστράπτον
προσωπείο τόσο μικρό, ελάχιστο, εξευτελιστικό.Σιωπηλοί σαν σύμβολο που οφείλει
να διασχίσει με το άλογο την απαστράπτουσα επιφάνεια της λίμνης.Υποχρεωμένοι να
περιγράψουμε πως το νερό έχει
μετατραπεί σε πάγο, αυτός σε καθρέφτη, και πως αυτή η επιφάνεια θρυμματίζεται
χρησιμοποιώντας τσεκούρι. Ολα μπλεγμένα- γύμνια.Βιαιοπραγώντας , μισώντας την
ανατολή που θα εξαφανίσει την εκτυφλωτική όψη, τόσο μικροί για το μέγεθος του
δίχως ερωτηματικά μεγαλείου.Είναι ανέκφραστο όπως όλα , το απαστράπτον
προσωπείο.
Κάθε πρωί την
ίδια πάντα ώρα, από την οδό Κ. περνούσε το κάρο με το ψωριασμένο άλογο περήφανο
σαν να μετέφερε πτώμα . Κάθε μέρα από την οδό Κ. μισή άσφαλτο μισή τετράγωνες
πέτρες , η άμαξα με τον σωρό τα τούβλα και τις παλιατσούρες, τρικλίζοντας, με
μια περίεργη ευστάθεια παρ’ όλ’ αυτά, διέσχιζε τον ανηφορικό δρόμο. Πάνω του
ένας γέρος , χλωμός όπως ο καιρός και η βοή του, ανέμιζε το καμτσίκι.
Περιμέναμε κάθε πρωί να τον δούμε κρεμασμένοι απ’ το παράθυρο.Θα μπορούσαν να
μας είχαν παρεξηγήσει γιατί οι ερωτικοί στεναγμοί από κάτω τάραζαν το ξημέρωμα,
αναστάτωναν τις καθαρίστριες των ισογείων. Μεγάλες ξύλινες πόρτες φαγωμένες από
την αδιαφορία έκλειναν τα μυστικά που δεν είχα ούτε θα μπορούσα να μαντέψω.
Ανίκανη για όλα, νέα, ίδια ο ξένος φίλος. Κάθε μέρα, με το φως ακόμη από τις
λάμπες του δρόμου, ανηφορίζοντας, βογγούσα μαζί του.Η νοσταλγία είχε τα μάτια,
η αποξένωση το σκελετωμένο κορμί του. Το άλογο ανέβαινε με κόπο· τρίστρατο στη
μέση της Αθήνας! Και μεις στον ημιόροφο – μήτε πρώτος μήτε ισόγειο- σε κάθε του
προσπάθεια ανεβαίναμε ψηλότερα- μισός πρώτος δεύτερος τρίτος τέταρτος-
χλιμιντρίζοντας κτυπώντας με δύναμη τις οπλές φαγωμένες από την αδιαφορία.Τα
πληγιασμένα πόδια του ήταν πεταλωμένα από παλιά, τα νερένια μάτια είχαν δει
πολλά . Όσο για μας, σύντροφοι του χαλκού, θησαυρίζαμε με το ημιπολύτιμο,
σχίζαμε τις φτέρνες πάνω στα φθαρμένα πατώματα. Παλιά συνήθεια. Αγάπη σαν
θρησκεία.
Δώδεκα χρονώ,
τελείωνε το δημοτικό τότε που έγινε.Ηταν χριστιανή, μα τίνος κόρη δεν ήξερε.Την
πλάνεψαν κι αλλαξοπίστησε.Την έκλεψαν, σαν αστραπή διαδόθηκε και ξεσηκώθηκαν
όλοι. Τους κυνήγησαν.Κάποιος να την προλάβει, να
την ζυγώσει, να της μιλήσει, να την μεταπείσει.Ετρεχαν και τρέχαμε.Την
περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, μέσα από τα σπίτια τους, για να μην μπορέσουν να
την δουν.Την χάναμε, την βλέπαν λίγο μακριά, τρέχαν και την ξαναχάναμε.
«Πάει.Την χάσαμε.Την έμπασαν στη Δημαρχία τους και τη φυγάδεψαν από την πίσω
πόρτα.Κατάρα!Κατάρα!» φώναζαν οι ξένοι και μαζί οι δικοί της.Κλέγανε και
καταριόντουσαν.Κι ήταν τόση η αγανάκτηση, τόσες οι κατάρες και οι παρακλήσεις
να τιμωρηθούν οι ένοχοι, που εισακούστηκαν.Κείνη τη νύχτα απ’ όπου πέρασε κι
όπου μπήκε, στα αλλόθρησκα σπίτια που την έκρυψαν, έπεσε θεϊκή κατάρα, θεϊκή
φωτιά, κι όλα καήκανε.Μας κοιτάζανε τρομαγμένοι «Μεγάλη αδικία κάμαμε»,έλεγαν,
«ο θεός μας τιμώρησε».
Καλπάζοντας το άλογο που κουβαλά την κατάρα, φτάνει ως την άκρη
του νερού.Αυτό που βλέπει ξεπερνά την φαντασία, πετά και τροφοδοτεί την ύπαρξη
με όνειρα χιλιετηρίδων.
Η ΗΘΙΚΗ
ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΜΟΥ
Εκείνο το βράδυ ήλπιζα ν’ αποκοιμηθώ ήσυχα, μ’ έναν ύπνο βαθύ που
δε θα επηρεαζόταν την αναστάτωση από την επικείμενη αναχώρηση. Αφού φάγαμε με
την Μάρθα στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, για την ακρίβεια τσιμπήσαμε κάτι
πρόχειρο γιατί η ώρα είχε περάσει με τις δουλειές του κτήματος και κουρασμένοι
καθώς ήμασταν μόνο ένα ποτήρι κρασί μπορούσαμε να απολαύσουμε, κλείσαμε την
πόρτα και ξαπλώσαμε. Ο νους μας ήταν στο νεογέννητο κατσίκι και την μάνα
του.Το’ χαμε έγνια γιατί το ζώο είχε γεννηθεί υπερβολικά μικρό και η μητέρα του
συνέχεια το πασπάτευε απορημένη.Φεύγοντας θα τ’ αφήναμε όλα στην φροντίδα του
Θ., τον εμπιστευόμασταν παρόλο που η παρουσία μας –όπως και η απουσία- συχνά
φόρτιζε την ατμόσφαιρα.Κλειδαμπαρωμένος λοιπόν έκανα μια λίστα με όλες τις
εκκρεμότητες, ελπίζοντας ότι αυτήν τη φορά όλα θα γίνονταν στην εντέλεια.Είχαμε
υπολογίσει ακόμη και το κόστος του καθημερινού γεύματος, τα έξοδα του δείπνου,
την μετακίνηση αλλά και τα έκτακτα, παραδείγματος χάρη γιατρό και φάρμακα, αν
συνέβαινε κάτι το δυσάρεστο.
Γύρω στα μεσάνυχτα άρχισε να βρέχει.Η βροχή όλο και δυνάμωνε,
άστραπές έσκιζαν στα δυο τον κατάμαυρο ουρανό και οι βροντές έκαναν ακόμη πιο
βαριά την ατμόσφαιρα.Ενιωσα μεγάλη ανασφάλεια. Οχι γιατί πιθανόν τα σχέδιά μας
να ανατρέπονταν, αλλά γιατί η σιγουριά που είχα αισθανθεί βάζοντας σε τάξη τις
μικρολεπτομέρειες ενός νοικοκυριού αποδεικνυόταν πλαστή. Είχα φτιάξει μέσα μου
ένα οικοδόμημα ασταθές: το αγρόκτημα και το παλιό σπίτι, τα ζώα και ο επιστάτης
, κυρίως εγώ και η Μάρθα δεν ήμασταν παρά ζεύγη προσωρινά, ζυγοί
ετοιμόρροποι.Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι και το παιδί μας, που από ώρα σε ώρα
περιμέναμε για να ξεκινήσουμε , αποτελούσε κάτι λιγότερο από μαριονέτα, ένα
νευρόσπαστο κρεμασμένο στον ξεφλουδισμένο τοίχο, πανί κουρελιασμένο δίχως
γέμισμα, με γρατζουνισμένα τα λαστιχένια μάγουλα.
Κι όμως είχα επιστρέψει σ’ εκείνη την εξοχή, τη μόνιμη κατοικία
μας μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, όσο διήρκεσε το ταξίδι στα νησιά του
Πάσχα.Δεν είχα μετανιώσει γι’ αυτό, αλλά και οι υπόλοιποι ήταν ικανοποιημένοι
από το οικονομικό όφελος και την άνεση που τους πρόσφερα.Τώρα αντί για καράβι
με περίμενε έξω ένα τζιπ, στη θέση της αφρισμένης επιφάνειας άσφαλτος, ή το
πολύ πολύ κάποια χιλιόμετρα χωματόδρομου πριν φτάσουμε στον Εθνικό Δρόμο με τα
πορτοκαλί φώτα και τις καντίνες. Τα καταπράσινα πάρκινκ με τα παγκάκια,
ειδυλλιακοί χώροι, πρόσφεραν σε μένα, τον ταλαίπωρο μεσήλικα, την ψευδαίσθηση
μιας διαρκούς ανάπαυσης στην στεριά.Ξηρά! Το πάθος μου για την Μ. (έτσι μ’
αρέσει να την αποκαλώ) με έφερε πάλι πίσω.Γύρισα για να ξαναζήσω,(τα υπόλοιπα
ήταν ψέμα), μια αυταπάτη από κείνες που είναι απαραίτητες για να υπάρχεις.
Εβρεχε. Βγήκα στην πόρτα διστακτικά, γιατί είχα ήδη κλείσει τα
παράθυρα, παντζούρια και τζάμια, και η βροχή πέφτοντας με ορμή στο περβάζι
πιτσίλαγε το παλιό πάτωμα. Στο σπίτι μας ήταν σχεδόν όλα ξύλινα, το αγαπούσα
ίδιαίτερα γι’ αυτό, πέτρα και ξύλο ήταν υλικά που έμοιαζαν με το ζεστό κρέας
που μου άρεσε να το αγγίζω, να το καταβροχθίζω. Η δυνατή βροχή δεν με άφηνε να
διακρίνω την κίνηση στο δρόμο. Βγαίναμε ως εκεί από ένα λιθόστρωτο φτιαγμένο
από τα χέρια του Θ. Μικρό έργο τέχνης που απαιτούσε να το πατάς, να στηρίζεις
τα πέλματα, τα παπούτσια, τις μπότες δυνατά, αποφεύγοντας τις φαρδιές σχισμές
που όπως τώρα πλημμύριζαν νερό.
Εκανα δειλά κάποια βήματα προς τα έξω.Η βροχή μούσκεψε το πρόσωπο
και τα μαλλιά.Ειχα την εντύπωση ότι άκουσα θόρυβο μηχανής και νόμισα ότι
ερχόταν το παιδί μου, όμως απόρησα με τον όγκο του νερού που άδειαζαν τα
σύννεφα πάνω στην επίπεδη, άλλοτε άνυδρη γη.Γύρισα την πλάτη
απογοητευμένος.Ωσπου να φτάσω στην μισάνοιχτη πόρτα το πρόσωπό μου είχε λερωθεί
από την λάσπη και απορημένος, καθαρίζοντας με τα χέρια τα μαύρα στίγματα, πρώτη
φορά αναρωτιόμουν «τι είναι αυτό» κοιτάζοντας ψηλά .Η Μ. είχε κουρνιάσει δίπλα στη
σόμπα.Την είχαμε σβήσει , η κουζίνα ήταν τακτοποιημένη, τα πράγματα στην
ντουλάπα, τα σακίδια κλειστά.
Η Μ. ζαρωμένη στην κρύα θερμάστρα , με κοίταξε ·έντονα, δίχως να
ρωτά, με χαμηλωμένο το κεφάλι. Η σκιά του φόβου περνούσε από το μέτωπο , αλλά
δεν το θεώρησε απαραίτητο να μιλήσει.
Ηξερα να εκτιμώ αυτή τη
σιωπή.Ηθελα να είναι σιωπηλοί όσοι βρίσκονταν δίπλα μου.Επιθυμούσα τον θόρυβο
ενός φαινομένου, της φυσικής κραυγής από οποιοδήποτε σχόλιο.Το περιττό ήταν ο
εχθρός μου.Τα λόγια κίνδυνος για τη γη που ταλανιζόταν.
Η βροχή δυνάμωνε.Πλησίασα την Μ. ενώνοντας το βλέμμα μου με το
δικό της.Τα χέρια της ήταν υγρά. Προς στιγμήν σκέφτηκα να ειδοποιήσω τον Θ.
Όμως το σπιτάκι του, αρκετά μέτρα πέρα από το πέτρινο μονοπάτι, ήταν σε
απόσταση απαγορευτική. Το νερό είχε καλύψει το δρομάκι, οι φανοστάτες έμοιαζαν
με μαύρα κούτσουρα, δεν έβλεπα πια τον δρόμο.Μόνο άκουγα, ακούγαμε τον ήχο της
τρικυμίας που ερχόταν από ψηλά.Από πόση απόσταση άραγε; Ημασταν σιωπηλοί, που
και που κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο, ίσως σκεφτόμασταν το ίδιο πράγμα, πιθανόν
οι καρδιές μας να χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό, κάτοικοι του ίδιου χωριού,
απάτριδες ,πολίτες μιας χώρας δίχως σύνορα, στίγμα, συμμάχους.Γύρισα το κεφάλι
απότομα.Από κάπου- αδύνατο να προσδιορίσω από που ακριβώς-ακούγονταν
λυγμοί.Κλάματα ανάμικτα με μικρές οιμωγές, ήχοι που διέγειραν την ακοή όχι με
την ένταση αλλά την απελπισία τους.Ηταν απαρηγόρητος αυτός -αυτοί που
κλαίγαν.Σαν να μην υπήρχε ελπίδα, σαν να είχαν όλα τελειώσει στο πεδίο μιας
μάχης της οποίας μόνος επιζών ήσουν εσύ. Νικητής έβλεπες τα βρεγμένα κορμιά να
επιπλέουν .Πρωταγωνιστής στην μάχη σκότωνες τυφλά δίχως να ξέρεις ποιον και
κυρίως γιατί-Εξουδετέρωνες κτυπώντας από πίσω, και έπειτα τραβώντας το ανήμπορο
θύμα ως το νερό, κρατούσες το κεφάλι μέσα του μέχρι να σταματήσει και η παραμικρή
αντίσταση.Τινάχτηκα για να βγω από τον εφιάλτη.Γυρνώντας το κεφάλι δεξιά
αριστερά,ψάχνοντας με μάτι και αυτί προσπαθούσα να καταλάβω.Ο λυγμός
δυνάμωνε,οι πνιχτές κραυγές γίνονταν πιο έντονες.Δεν ξέρω πόσο κράτησε
αυτό.Θυμάμαι ότι όταν όλα σταμάτησαν βρισκόμασταν και οι δυο μέχρι τα γόνατα
στο νερό.Η πόρτα είχε μισανοίξει, το νερό δεν έμπαινε ορμητικά δεν είχε σπάσει
κάποιο φράγμα δεν είχε πλημμυρίσει το ποτάμι, απλώς η βροχή, οι χοντρές
σταγόνες που προηγουμένως διέκρινα μπροστά από τις λάμπες του δρόμου να
σχηματίζουν μια σταθερή μα τόσο λεπτή γραμμή που αν άπλωνα τα χέρια να την
αγγίξω θα διαλυόταν, ήταν πια ένας πλατύς καταρράκτης.Το σκοτάδι δεν μ’ άφηνε
να δω, παλιά το πρωί στο βάθος του ορίζοντα έβλεπα να ροδίζει η μικρή γειτονική
πόλη.Ναρκωμένοι, νιώθοντας το νερό στη μέση του μηρού, δεν ανταλλάξαμε ούτε
ματιά με την Μ.Και η αδύναμη φωνή της, σαν σκέψη που διστάζει η γλώσσα να την
εκφράσει , από φόβο ίσως για την ανοησία που θα ειπωθεί, από φόβο για τον ίδιο
τον φόβο, δεν άγγιξε την ψυχή, δεν ενεργοποίησε το μυαλό.Παιδί ήταν η τελευταία της λέξη.Πριν ανέβω στο τραπέζι, πριν πιαστώ
από την καραβίσια σκάλα που οδηγούσε στην σοφίτα, είχα κάνει μια απελπισμένη
κίνηση προς την έξοδο.Μάταιο, αφού ένας σωρός από πέτρες την σφράγιζε
οριστικά.Κάτω από τα πόδια μου το πίσω μέρος του κεφαλιού της Μ. ταλαντευόταν
ακολουθώντας την κίνηση του νερού.Στην κορφή της σκάλας γλίστρησα.Ξανάπιασα
αμέσως την μισοσπασμένη κουπαστή και ανοίγοντας το αριστερό πόδι όσο
περισσότερο μπορούσα, πάτησα τις φαγωμένες σανίδες με βαθιά ανακούφιση, με την
αίσθηση του λυτρωμού.
Κ Α Ν Ε Ι Σ
Στον Γιωργή Μ.Γ.
στην ιερή του μνήμη
Προσπάθησα, αλλά μάταια.Προσπάθησα ν’ ανοίξω τα μάτια αργά, όχι
για να κοιτάξω, αλλά ν’ αντιληφθώ
εκείνους που στέκονταν δίπλα μου.Αδύνατον. Η αναπνοή μου ήταν κανονική, δεν
κατέβαλα ιδιαίτερη προσπάθεια, όμως το σώμα δεν υπάκουε.Δεν πεινούσα και δεν
διψούσα.Ηταν άραγε βράδυ; Πρωί, δηλαδή ξημέρωμα; Κάποια άλλη ώρα της μέρας
αποκλειόταν γιατί θα ένιωθα τον ήλιο, τα μέλη μου θα άγγιζαν οι ζεστές ακτίνες,
θα αισθανόμουν την αλλαγή της
θερμοκρασίας.Οι ομιλίες ακούγονταν πότε έντονες πότε σιγανές, κυρίως χαμηλόφωνα
μιλούσαν οι άνθρωποι και όσοι με περιτριγύριζαν.Τα βήματα ήταν βαριά, δεν
πατούσαν στα δάκτυλα όπως θα ταίριαζε στην περίπτωση, όπως θα ήθελα για να μην
τινάζομαι από μέσα μου κάθε τόσο, για να βρίσκει η αναπνοή τον κανονικό, αργό
ρυθμό της.Συζητούσαν.Ακουσα μια πόρτα να κλείνει, έναν οικείο ψίθυρο: ήταν
εκείνος. Ηρεμος, ψύχραιμος όσο ποτέ, κουβέντιαζε με τους υπόλοιπους που δεν
γνώριζα, ρωτούσε, έπειτα σίγουρος και προφανώς αισιόδοξος, άρχισε να συνομιλεί
με όσους άγνωστους σε μένα βρίσκονταν κοντά του. Δεν διέκρινα καμία γυναικεία
φωνή. Καμία φίλη δεν ήταν εκεί. Μήπως ευαίσθητες από την φύση τους δεν είχαν
μπει στο δωμάτιο; Λιπόψυχες , ίσως αδιάφορες περίμεναν μια προτροπή, την
επιβεβαίωση ότι τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, ότι ο κίνδυνος είχε ξεπεραστεί,
ότι η κατάστασή μου βελτιωνόταν και η όψη μου δεν παρουσίαζε το θλιβερό θέαμα
των πρώτων ημερών.Τα πόδια μου ήταν παγωμένα. Ολόκληρο το κορμί γινόταν σιγά σιγά ένα κομμάτι πάγος, τα
δόντια άρχισαν να κροταλίζουν, είχα ρίγη, σημάδι ότι συνερχόμουν από την
νάρκωση.Ομως δεν μπορούσα ν’ ανοίξω τα μάτια, να κινηθώ, να ψελλίσω μία ή δύο
κουβέντες που θα καθησύχαζαν εμένα πρώτα.Το άχρωμο περιβάλλον, στην αρχή
ουδέτερο, όσο η ώρα περνούσε φορτιζόταν, οι κουβέντες περιείχαν εντάσεις, ο
τόνος της φωνής αποχρώσεις οξείες, μικρούς βόμβους, τέλος θορύβους σαν πόρτες
που ανοιγοκλείνουν απρόσεκτα, σπρωγμένες από βιαστικά, αδιάφορα χέρια..Είχε
περάσει κάμποση ώρα. Σε λίγο δε θα μπορούσα να εκτιμήσω τον χρόνο, όλα θα τα
είχε ρουφήξει η χοάνη της λεπτής επίπεδης γραμμής που νόμιζα ότι την έβλεπα στο
μηχάνημα απέναντι, που τόσες φορές την είχα προσέξει στις κινηματογραφικές
ταινίες.Ακουγα την αγαπημένη φωνή δίχως να ανταποκρίνομαι στα καλέσματα, τις
παρακλήσεις, τα χάδια, την επίκληση για επικοινωνία. Σκεπτόμουν: είναι
πραγματικότητα όλ’ αυτά, δεν είναι μια περιπέτεια του νου, ένα τυχαίο συμβάν
που διαρκεί λίγο –αν και νομίζουμε το αντίθετο-
παιχνίδι της φαντασίας που ξεγελά με την διάρκεια και την ένταση.Δεν
φοβόμουν. Δεν είχα αισθανθεί κάποιο κράτημα , πανικό ή τρόμο τις προηγούμενες
μέρες, δεν ένιωθα τίποτα τώρα που όλα είχαν παιχτεί. Και αν –αν αργότερα
χτυπιόμουν μέσα μου, αν ούρλιαζα με την εσωτερική κραυγή που δεν σημαίνει μόνο
αδυναμία αλλά και απόγνωση; Τι θα συνέβαινε αν το μυαλό εξακολουθούσε να
βρίσκεται εγκλωβισμένο στο ακίνητο, αδύνατο, ανίκανο, άβουλο, αδέσποτο σώμα;
Ούτε αυτή η προοπτική ήταν ικανή να με αναστατώσει. Η ιδέα της διάρκειας, των
ατέλειωτων στιγμών , της πολύωρης ή πολύχρονης παραμονής στον κλειστό χώρο, η
μυρωδιά της αποστείρωσης, η στέρηση του φωτός, η απομάκρυνση από ένα βλέμμα δεν
μπορούσαν να δημιουργήσουν τότε τον πανικό του μόνιμου ή πρόσκαιρου
αποχωρισμού.
Μιλώ για τότε ,
αναφέρομαι στο παρελθόν γιατί ο καταιγισμός από στιγμές, από το πλήθος των
ελάχιστων υποδιαιρέσεων του χρόνου (σε καμία δε θα δώσω όνομα, είναι όλες και
όλα ανώνυμα), παρέμενε απροσδιόριστος.Τόπος, όρια, προοπτική ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι..Αισθανόμουν μια δύναμη
που είναι δύσκολο να περιγραφεί, το περίγραμμα των μορφών ήταν έντονο, υπήρχε
χρώμα ή έτσι νόμιζα..Ασπρο και μαύρο με κατέκλυζαν , η προσπάθεια να συνδυάσω
εικόνες με άλλες παλιότερες, θαμένες στο κομάτι μου που βαριανάσαινε δεν ολοκληρωνόταν
.Παλλόταν μόνον η ψυχή: αυτό το όνομα είχα δώσει στην λύπη ή την ευφορία που
σαν διαβάτες ενός έρημου δρόμου κοντοστέκονταν ρίχνοντας κλεφτές ματιές σ’ αυτό
που κάποτε ήμουν εγώ.
Ξανάκουσα τη φωνή του:γλυκειά, με υπέροχο μέταλλο, γνήσια
ευγενική.Φαντάστηκα τις γεμάτες χάρη χειρονομίες που έρχονταν σε αντίθεση με
κάποια αδεξιότητα, μάλλον αποτέλεσμα της αμηχανίας του, και για πρώτη φορά,
νιώθοντας την αγάπη να με πλημμυρίζει, κούνησα ένα δάκτυλο, τον δεξιό δείκτη,
επισημαίνοντας την παρουσία μου. Ετσι νόμιζα. Τίποτε δεν συνέβη. Καμία
αντίδραση από το περιβάλλον που τάχα με παρακολουθούσε. Ή μήπως δεν με πρόσεχε
κανείς; Μήπως κανείς εντέλει δεν είχε στραμένη την προσοχή του πάνω μου όπως θα
έπρεπε, όπως περίμενα να είχε γίνει από την αρχή; Ψύχραιμη ακινητοποιήθηκα στο
σημείο που αποτελούσε τώρα τον χώρο, την φωλιά, το σπίτι μου.Δεν επανέλαβα την
προσπάθεια, δεν πίεσα τα άκρα,, δεν οδήγησα το μυαλό. Βρισκόμουν στο σκοτάδι ,
σ’έναν τόπο που αποτελούσε την κάψουλα που περιέκλειε ένα είδος ύλης.
Ενιωσα την παρουσία
περισσοτέρων ατόμων. Το κρύσταλλο της φωνής
εκείνου είχε ραγίσει, η απόσταση ήταν πολύ μικρή και μπόρεσα να διακρίνω
τις αποχρώσεις της υστερίας, την έλλειψη ειρμού, ένα λαχάνιασμα, τον
λυγμό.Απομακρύνθηκε.Φωνές άγνωστες, μυρωδιές περίεργες, αγγίγματα –πού;- μια
αναστάτωση που μάκραινε πλησιάζε έφευγε.Θυμήθηκα μια λιποθυμία στο βουνό.Η ζάλη
και ο κλονισμός, ένα πέρα δώθε που ανέβλυζε, η απώλεια ελέγχου, η έξαψη, το
κρύο η πτώση.Θυμόμουν και ίσως αυτό να κράτησε λίγο λιγότερο και από το ίδιο το
γεγονός στο βουνό με τον παγωμένο αέρα που τρυπούσε τα μάτια και το κρανίο. Η
πλαγιά μπροστά μου με το φτωχό πράσινο των πρώτων ημερών της άνοιξης, η κορφή
λευκή από το χιόνι που έλιωνε αργά.Και κάτω, μακριά αρκετά χιλιόμετρα από το
κέντρο της όρασης που δεν ήταν πια σταθερό, ακίνητη η θάλασσα. Η επιφάνεια που
έλκυε, αβρή όπως τα ψεύδη που ξεστομίζονται στα σαλόνια των μεγάλων ζεστών
σπιτιών.Θυμήθηκα πώς είχα πέσει.Το βρεγμένο χώμα τα φύλλα οι πέτρες είχαν παρασύρει είχαν βρωμίσει τα
ρούχα και το πρόσωπό μου.Πόσο είχε κρατήσει αυτό; Λιγότερο από την ανάμνησή του
ή περισσότερο τώρα που όλα δεν ήταν παρά εικόνες σε μεγένθυνση;
Θέλησα ν’ αλλάξω στάση, να γυρίσω στο πλευρό, όμως ήταν αδύνατο.
Ηθελα ν’ αποκοιμηθώ όπως παλιά τα μεσημέρια ακίνητη, με διπλωμένα τα πόδια
μισάνοιχτο το στόμα, το χέρι στο πρόσωπο· το αυτί, αριστερό ή δεξί, πίεζε το
μαξιλάρι άκουγε. Αφουγκραζόταν , έπειτα
βυθιζόταν στον ρυθμικό χτύπο των κροτάφων, τον παλμό που έμοιαζε με
κείνον της καρδιάς. Ταχύς, αδιάλειπτος, μυστικός, επίμονος ήταν ο χτύπος μιας καρδιάς που παλλόταν κάπου μακριά, ξεκάθαρος μες
στην σιωπή του μεσημεριού.Διαρκούσε ώρες αυτό το κάλεσμα των δαιμόνων, γινόταν
εφιαλτικό όσο το ηλιοβασίλεμα πλησίαζε, η κούραση ακολουθούσε την πορεία του
ήλιου μόνο που εκείνη δεν έδυε, έγερνε απλωνόταν σ’ όλο το μάκρος του κρεβατιού
έκανε το κεφάλι μία κουκίδα το εσωτερικό μία πορώδη πέτρα.Είχα μεταμορφωθεί πολλές
φορές σε πλάσμα του οποίου τα στοιχεία είχαν περιορισμένο χρόνο ζωής.Ηχοι
ψίθυροι ομιλίες μουσική βογγητά έπεφταν με δύναμη πάνω μου -οπως τώρα. Δεν με
άγγιζαν δεν αντιδρούσα -όπως τώρα.Επειτα η φωνή του το ηχόχρωμα που προσδίδει
στο ένστικτο μια ιδιαιτερότητα με ανασήκωνε, δίχως να’χω τελείως ξυπνήσει με
ανοιχτά τα κλειστά μάτια,με απερίγραπτο πόνο στα μέλη.Περίπου όπως
τώρα.Φοβόμουν την συγκεκριμένη ανάμνηση.Το κενό των προηγουμένων χρόνων ήταν
ικανό να δημιουργήσει το χάσμα. Τα ερωτηματικά την αμφιβολία ότι μπορεί κάποιος
να δώσει μια απάντηση: όμως ήξερα τότε
όπως και
τώρα- κανείς.
Ο βόμβος γινόταν όλο και
πιο έντονος. Ηταν κι αυτό χτύπος καρδιάς, μηχανή αυτοκινήτου, ενισχυτής κάποιου
φιλόδοξου νεαρού που ήθελε να γκρεμίσει τα φράγματα; Δεν είχε μελωδία, ήταν
βάρβαρος σαν κάθε επιθυμία για αναγνώριση· ο ήχος γινόταν
εκκωφαντικός , η δική μου ενόχληση όλο και πιο έντονη , η φαντασία έκοβε
δρόμο οδηγώντας από μονοπάτια που σπάνια οι γέροι αποκαλύπτουν στους νεώτερους.
Οι γέροι! Μου άρεσε να επαναλαμβάνω αυτή τη λέξη όχι για να συνηθίζω αλλά για
να βασανίζομαι.Ηξερα και περίμενα.Ολα ήταν θολά εκτός απ’ αυτό. Αβέβαια ασταθή
αμφίβολα εκκρεμή κλονισμένα σχετικά με επιστροφές και
παλινδρομήσεις,εξαιρέσεις και ψεύδη. Σκάβοντας με τα δάκτυλα τα σεντόνια
θυμόμουν την σκόνη που πετούσα πίσω μου σαν εκνευρισμένο σκυλί όταν από την
αμμουδιά έπεφτα στον χωματόδρομο.Και για να μιμηθώ τον πατέρα της σύγχρονης
αφήγησης, θα σε ρωτήσω και γω, αναγνώστη μου, όπως Εκείνος, αν έχεις κοιμηθεί
και συ τόσο βαθιά , που ξυπνώντας να λησμονείς τον τόπο και τον χρόνο, να
βγαίνεις για να περπατήσεις με ξερό το στόμα, με την ελπίδα να συναντήσεις
κάποιον όχι για να του μιλήσεις, μα για να τον δεις. Θα συνεχίσω, φίλε
αναγνώστη, για να νιώσω πιο κοντά στο σκοτάδι με τα μέλη θαυματουργά ακίνητα
και την γλώσσα κομένη από τον τρόμο που την παραλύει, όταν βαδίζοντας στους
έρημους δρόμους ανακαλύπτω πλάσματα
κρυμένα από το φως και τη λογική. Σιωπηλοί στις όχθες του ξεροπόταμου, άνθρωποι
που κάποτε ήταν ευτυχισμένοι στα βρώμικα σπίτια τους, ξεδιαλύνουν τα
απομεινάρια του σίδερου πλατσουρίζοντας στην λάσπη, επιθυμώντας να επιστρέψουν
για να κοιμηθούν. Με συνεπαίρνουν, με παρασύρουν από τη μικρή γωνιά όπου
βρίσκομαι κουβαριασμένη.Ο αγώνας να ακούσω όχι να δω, να περάσω όχι να γυρίσω,
να αγγίξω όχι να αισθανθώ, να συντομεύσω όχι να απορρίψω, με εξουθενώνει.Είναι
αργά. Δεν νιώθω καμία παρουσία. Μυρωδιά από κάποια φάρμακα, ίσως καινούργιες
μέθοδοι, πομάδες , εναλλακτικές θεραπείες. Βυθίζομαι. Ξυπνώ μιαν ώρα άγνωστη. Η
πόρτα ανοίγει. Ξανακλείνει με κρότο γιατί αγνοούν τη συμμετοχή μου στον χώρο.
Πιστεύουν ότι η ηχητική μου ανυπαρξία , η σωματική ουδετερότητα, η απουσία τούς
επιτρέπει τα πάντα.Τρίζω τα δόντια.Πρώτη επιτυχία. Κροταλίζω βουβά προσπαθώ να
ξεράσω την ύπαρξη που κλειδαμπαρώνεται περισσότερο από φόβο παρά από
αδυναμία.Μυρίζω.Βρωμάω.Αδικαιολόγητα, ανεξήγητα, αλλά πραγματικά.
*
Επρεπε να περάσουν
πολλά χρόνια για
να μπορέσω να σημειώσω
με απλότητα την
εμπειρία της απομόνωσης
που γεννούν η αρρώστια
και ο θάνατος . Πρέπει κάπου
να στηριχτούμε ώστε η
πτώση , το γκρέμισμα να
είναι όσο γίνεται πιο
ανώδυνα. Η σχέση με ό,τι
ήξερα ότι υπήρχε , με
αυτό που αναδυόταν
από την μνήμη ή
τα όνειρα, γινόταν πιο
στέρεα μέσα από
εικόνες που κατέγραφα
γραμματικός μιας τυπικότατης
υπαγόρευσης .Ζωγραφιές, θηρία
ή πλάνητες σε οικισμούς
απ’ όπου ξεχύνοταν η
μυρωδιά του πολέμου
χρησιμοποιούσαν σαν να
απήγγειλαν, μια αγνωστη
γλώσσα.Ημουν ο εκτελεστής μιας
σειράς οραμάτων που λάμβαναν υπόσταση μέσα
από το χέρι
διά μέσου του
ματιού. Αυτή η ιστορία
του ματιού δεν
είχε πλοκή ούτε
τόλμη , ήταν ο μύθος
μιας στοάς: στην είσοδό
της βρισκόταν η μηχανή
της φαντασίας, στην έξοδο ο
σωρός από τούβλα, το κόκκινο που
την έκτιζε. Μόλις η πόρτα έκλεινε για τα καλά, το μάτι όσο κι αν προσπαθούσε
δεν διέκρινε την παραμικρή χαραμάδα απ΄ όπου θα μπορούσε να περάσει έστω και
μία αχτίδα φωτός.Θα στρέψω λοιπόν την πλάτη θα καθήσω στα απομεινάρια της
μηχανής μου, πάνω στις χοντροκομένες πέτρες που σωρεύονται έξω και θ΄αρχίσω να
σημειώνω σε σκόρπια φύλλα, φτηνά τετράδια ή βιβλία διευθύνσεων ό,τι υποθέτω πως
υπάρχει.Βλέπω ό,τι δεν έχω δει.Ισως γι’ αυτό ταξιδεύω σε τόπους που νομίζω ότι
έχω γνωρίσει.Ισως γι’ αυτό στην Πέργη, στην Σίδη, στα Αλάτσατα έβλεπα πρόσωπα
που τα σπασμένα δόντια τους μ’ έκαναν να ψηλαφίζω με αγωνία το στόμα.Ενα
τρέμουλο στα γόνατα προειδοποιούσε για το τέλος αυτής της ψευδαίσθησης που
ολοκληρωνόταν στο παρελθόν. Ενα ανάπηρο παιδί έρμαιο του διαλυμένου του
συστήματος προσπαθούσε να διακρίνει την πρόθεσή μου καθώς περνούσα δίπλα του.Δεν υπάρχουν ηλικίες όταν καταρρέει η ανθρώπινη πίστη· ο χρόνος
της μαυροφορεμένης γυναίκας καθώς μετακινούσε το αμαξίδιο στον ήλιο ήταν
τυφλός.Δεν μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία κανενός από τους δυο όπως βλέπω να
το σκεπάζει με μια κουβέρτα στην λιακάδα.Εκείνο με παρατηρεί, εκείνη μάλλον
μισεί την απόφασή μου να προχωρήσω ακόμη πιο βαθιά στην αρχαία γη.Η στοά
υπάρχει πάντα, πέφτεις στα γόνατα και προχωράς μπουσουλώντας όσο πιο γρήγορα
μπορείς πριν κλείσει η έξοδος. Εισδύεις σιωπηλός , μιμείσαι την ηλικία των
ερώτων και ελπίζεις βγαίνοντας να συναντήσεις τον εαυτό σου στο μέγεθος ενός
παιδιού που τανύζεται ή κλωτσά το καρότσι με το οποίο υποχρεωτικά κυκλοφορεί.
Ημουν εικοσιενιά όταν νόμιζα τον κόσμο δικό μου.Ημουν εικοσιενιά όταν γνώριζα
την μοιχεία, την αδιαφορία για τις κλονισμένες αρχές.Η σύμπτωση προκαλούσε το
μέλλον. Ή το το αντίθετο.
*
Ενα μαύρο καίκι μπαίνει αργά στον κλειστό κόλπο· αν τον δεις
τραβηγμένος μέσα , από την δεξιά πλευρά, νομίζεις ότι είναι λίμνη.Ομως η μαύρη
βάρκα που έρχεται από μακριά, από το άνοιγμα των δύο βραχιόνων που αγκαλιάζουν
τη θάλασσα, στην αρχή κουκίδα, έπειτα παιχνίδι, στο τέλος κομψό πλεούμενο ,
διαλύει την αυταπάτη.Δεν μπορεί μια βάρκα να περάσει πάνω από τη γη.Δεν γίνεται
ένα καίκι να προχωρά πάνω στο χώμα να διασχίζει μια λωρίδα γης ακόμη κι αν αυτή
είναι πολύ στενή, ακόμη κι αν τα μάτια γελιούνται κάτω από το φως του ήλιου ή
τις σκιές του δειλινού. Δεν βλέπω πια το μαύρο καίκι. Είναι φτιαγμένο από ξύλο
και αν ήθελα κάτι να αποκτήσω θα’ταν αυτό.Αλλά δε θέλω τίποτα.Δεν επιθυμώ
τίποτα , τίποτα που θα χαντακωνε ακόμη
περισσότερο την αξιοπρέπειά μου.Τι είναι αξιοπρέπεια; Τι είναι η
αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου ;
Ψηλαφώ τον τοίχο· έχω αρπάξει με το
αριστερό χέρι το σεντόνι, γδέρνω με τα νύχια του δεξιού την σπυριάρικη
επιφάνεια που βρίσκεται τόσο κοντά.Γυρίζω το κεφάλι προς το μέρος
του.Λευκό,ναι, το βλέπω.Ομως τίποτα δεν έχει σημασία, η σκέψη ταξιδεύει .Αν
κάποιος περάσει πίσω απ’την πλάτη μου έτσι όπως είμαι γερμένη τώρα, δε θα τον
αντιληφθώ.Είμαι σφιγμένη σαν κόμπος, υπήρξα η κλέφτρα των αισθήσεων και τώρα
πληρώνω για το παρελθόν.Η πόρτα ανοίγει, όμως ποιος ενδιαφέρεται για το πέρασμα
μιας αέρινης ύπαρξης της οποίας η παρούσα κατάσταση είναι αποτέλεσμα ενός αγώνα
ανάμεσα σε τυφλούς.: αρκεί να
απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο, να μη λειτουργήσει η όσφρηση να αποτύχουν τα
χέρια, για να τελειώσουν όλα όχι άσχημα ούτε οριστικά, απλώς να τελειώσουν.Αν
ξανάρθουν εκείνοι που έχουν περάσει από την πόρτα πριν
( και σ’ αυτό το επίρρημα συμπυκνώνεται η πορεία της καρδιάς ) , αν το ψωμί που έπιασαν τα χέρια πριν το καταβροχθίσουν, πριν αυτό
περάσει απ’ το στομάχι και καταλήξει
σάρκα ( ή πριν απ’ αυτό τροφή
της σάρκας) , μετά περίττωμα στην γωνιά του πλανήτη που πριν ήταν κήπος, αν η αέναη ανταλλαγή για την οποία δεν είναι απαραίτητη
καμία προσφορά βοηθούσε όσους κοντοστέκονταν μπροστά
στην υπερβολικά στενή μικρή
και κοντή πόρτα να την
περάσουν άφοβα, να διασχίσουν
το ελάχιστα φωτισμένο
χωλ, να ανέβουν
δίχως δισταγμό την
σκαλίτσα που ίσως
τρίζει για να
βρεθούν μπροστά σ’
αυτό που δεν
γνωρίζω και γι’ αυτό
δεν είναι δυνατό
να το περιγράψω- αν
εκείνοι που έχουν
φύγει ξαναγυρίσουν πριν αναχωρήσουν οριστικά,
αν κτυπήσουν την πλάτη
του μεγάλου θύματος
για να το εμψυχώσουν
ώστε να μεταμορφωθεί
σε μικρό, θύμα
της στιγμής που
παλεύει με το μετά
, αν οι αισθήσεις των
μικρών νεκρών κλέψουν
από τα αισθητήρια
όργανα των μεγάλων
ό,τι δικαιωματικά τους
ανήκει, αν στο στόμα
των σκύλων που
φτύνει το ψωμί
φυτρώσει η σάπια
ανθρωπότητα κλονισμένη από το
γάβγισμα, σκόρπια σαν τα τρομοκρατημένα πουλιά
που κι αυτά
έχουν δοκιμάσει το
ψωμί του Οντος, αν
μες στο μυαλό
του άρρωστου η
λάμψη καθώς περνά
την πόρτα γίνει
τόσο ισχυρή που
θα τον κλονίσει,
τότε το οικοδόμημα
θα καταρρεύσει. Ναί,
επιτέλους θα καταρρεύσει.
Κι αυτή η γκίνια
θα κάνει τους
αρχιτέκτονες να λυγίσουν
πριν την ώρα
τους· πεσμένοι στα
τέσσερα θα εισχωρήσουν
στο εκκλησίασμα περισσότερο
για να προκαλέσουν
παρά για να
προσευχηθούν. Οι βωμολοχίες θα
κρατήσουν τα αυτιά
κλειστά. Η αλητεία μόνη
διέξοδο θα έχει
το αναποδογύρισμα της
γλώσσας. Απολαμβάνουμε τον ήχο
λιγότερο από την
σιωπή. Θόρυβοι.
Εχω
στραμένη την πλάτη·
ανοίγω την τοσοδούλα
πύλη που ανήκει στους
νάνους του παραμυθιού
που πρωταγωνιστώ.
Πατέρα γιατί έπρεπε να
περάσω από την
τρύπα πριν δω τα δικά σου
ασπρουδερά μέλη τότε
που κουβαλούσες την
καμπάνα της αυλικής
μητρόπολης;
Ετσι
με πήρε στα
χέρια η απόλυτη
φτώχεια. Με κουβάλησε ως το υψίπεδο της μικρής δυστυχίας
που δεν σχετίζεται
με την άλλη, την απόλυτη, μολονότι αγκομαχά
να την φτάσει. Ορθάνοιχτα μάτια
τυφλού κίνηση από τα
μέσα γύρω απ’ το
στόμα καθώς τα
βλέφαρα αγωνίζονται να
φτάσουν ως τα
φρύδια και η όσφρηση
κτυπιέται με την
άλλη αίσθηση- οι δυο τους
αντιλαμβάνονται την απόσταση
ανάμεσα σε κείνους
που περνούν μέσ’ απ’
τον τοίχο.
Με
τα μάτια ανοιχτά,
τα μάτια της
άλλης ψυχής του
άλλου κορμιού που
δεν θέλει να
θυμάται, βλέπω τα ερείπια
της Σάγκα έτσι
όπως ορθώνονται μεσ’ απ’ την
χώρα των αμμόλοφων· καταπράσινη , πνιγμένη απ’ τα
μπαλκόνια που πέφτουν
από την βλάστηση
της περιοχής του
Σύρτη. Τα κλαδιά με
το βάρος τους
γκρέμισαν τα μέγαρα
και τώρα συναγωνίζονται την
απόλυτη ηρεμία του
ήλιου που ισοπεδώνει
την άλλη, την
περιοχή της εσωτερικής
λεηλασίας. Με τα μάτια
ανοιχτά στο χωριό
όπου όλοι αναπαύονται και γυρίζοντας από
την Παναγία του
Κάστρου την άγια
ημέρα αντικρύζουν να
αιωρείται από τον
φτηνό πολυέλαιο το
σώμα το άσχετο
με-τα-ψίχουλα-μες-στο-ζεστό-κρασί
μυστήριο. Με τα μάτια
ανοιχτά απέναντι από
τον εκτυφλωτικά λευκό
τοίχο πάνω στον οποίο
ανεβαίνουν αργά οι
μεγάλες μαύρες αράχνες
οι βαφτισμένες κανείς , που
ακούουν στο όνομά
τους στρέφοντας το
μαλλιαρό τους κεφάλι
στον ποντικό που
περνά σύριζα στον
τοίχο και τους
γλυκομιλά. Οσο προφταίνει να
μιλήσει ο αρουραίος
γιατί τον κυνηγά
το φίδι αόρατο
για τον διαβάτη
κι ας αστράφτουν
οι φολίδες του
κάτω απ’ τον ήλιο.Οι
βράχοι αντανακλούν το φως
, σκιά δεν υπάρχει
και στην άκρη του
δρόμου , στην κόγχη
πέτρας και σκαλοπατιού
η μεθύρα μεθυσμένη
από το άχρουν
σύμπαν θα τυλιχτεί
γύρω από το
τρωκτικό που πριν
από λίγο είχε ψιθυρίσει
κανείς. Οι κραυγές τους
δεν ξυπνούν κανένα. Ο
γείτονας μαντεύει την
αναταραχή , γυρνά στο
πλευρό κανείς λέει στη
γυναίκα έξω απ’ το
παράθυρο. Απευθύνεται στο τίποτα, στα
βαριά της βήματα
που συντρίβουν το
πλακόστρωτο, στην άγνοια
των επεισοδίων του
δρόμου που σαν αποτέλεσμα
έχουν ένα νεκρό.Το
βράδυ όταν σφήκες
πτώμα και παγωμάρα
χαθούν, η συνοικία
της τύχης θα
ησυχάσει αφού κανείς
δεν θα περνά. Τότε
όλα συμβαίνουν στα
σπίτια , τα κάδρα
ερημώνονται απ’ τις φωτογραφίες, οι θόρυβοι ανήκουν
στα φύλλα στο
ανέβασμα από το
λιμάνι στην χώρα. Στην
Σάγκα δεν συμβαίνουν
αυτά. Πίσω μου ένα
αεράκι, η μισάνοιχτη
πόρτα κτυπά νευρικά
γδέρνει την κάσα. Ακούω
μια αντρική φωνή·
την έχω τόσο
αγαπήσει που οι
υπόλοιπες σβήνουν . Τρέμω· δεν
υπάρχει κανείς να
συγκρατήσει το σώμα
που τραντάζει το
σιδερένιο κρεβάτι και
θέλει να πετύχει
την συμμαχία με
το τίποτα.
Εκείνο
το βράδυ, χρόνια
πριν, στην περιοχή
με τα χαμηλά
βουνά, το Γυμνό
το γκρίζο και
άφυλλο, κατέβηκε μια ύαινα. Δεν
πρόκειται για αλληγορία. Στην κατοικημένη
περιοχή ήρθε ένα
ζώο συχαμένο και
άφυλο με καμπουριασμένη την
στικτή πλάτη και
όρθια τα πλατιά
αυτιά. Η μπόχα αντί
ν’ απομακρύνει ανθρώπους
και ζώα και
να φοβίσει τους
ετοιμοθάνατους, σκόρπισε μια περίεργη
ευφορία. Κανείς δεν μπορεί να
πει το γιατί. Η
μουσική που συνόδευε
την παρουσία της
έκανε τους θάμνους να
λικνίζονται, η θάλασσα πιο
πέρα ριγούσε, τα κύματα
χορεύαν, ο αέρας τα
συνόδευε με παλιούς
σκοπούς. Στο δάσος δεν
υπήρχε ψυχή. Οι ξυλοκόποι κατεβαίναν
μ’ άδεια χέρια. Το καίκι
έπλεε αργά. Στα βουνά
κανείς. ( Το μαύρο καράβι
μπαίνει στο λιμάνι·
δεν κινείται.)
Ερημιά.
Να
συνεχίσω αναγνώστη μου; Το μαύρο
καίκι στη μέση
του λιμανιού μοιάζει
ακινητοποιημένο, αλλά λίγο μετά
αρχίζει να γυρνά
γύρω απ’ τον
εαυτό του σχηματίζοντας κύκλους
και ημικύκλια. Το παρατηρώ
από το παραθυράκι
του ορόφου. Το
θυμάμαι χρόνια να
πλέει σιωπηλό, περήφανο,
λίγο πριν πέσει
το σκοτάδι. Πάνω του
δεν υπήρχε ποτέ
κανείς. Σηκωνομαι , περπατώ, πηγαίνω
ως το μπαλκόνι, κατεβαίνω,
είναι ολοσκότεινα. Μένω εκεί.
Παντού
σκοτάδι , αναγνώστη.
E Ρ Α Σ Τ Η Σ
Σκόρπιες
σελίδες από αχρονολόγητο Ημερολόγιο
Δεν μπορώ να
φαντασθώ αμαρτίες
μεγαλύτερες από
τις δικές μου και
ποτέ δεν γνώρισα
ούτε θα γνωρίσω
άνθρωπο χειρότερο από μένα.
Henry David Thoreau , Walden
Τρέξε
Tρέχα, δε θα
προλάβεις, ο δρόμος είναι ανηφορικός, η ζέστη πολλή, τα σκαλιά σπασμένα.
Ο Αλάνθαστος γύρισε να
κοιτάξει πίσω του αναστατωμένος από το προαίσθημα ότι «κάτι πρόκειται να
συμβεί.» Ομως κατά βάθος ήξερε ο “senza errori”
ότι το πρόσωπο της νέας γυναίκας
, τόσο ευτυχισμένης και ήρεμης με το βρέφος της, θεοποιημένης
χάρη σ’ αυτό και στην δική του επιλογή , δε θα σκοτείνιαζε ποτέ, ακόμη
κι αν η γνώση, η πρώιμη αποκάλυψη, την έφερνε μέσα στο κάδρο εκείνου του Άλλου,
του πολυσύχναστου. Κι επειδή μάλλον δεν είχαν συναντηθεί ο Γεώργιος και ο
Andrea, δηλαδή ο Κλότζας και ο del Sarto,
στον ίδιο ή σε άλλον αιώνα και οι δύο, αφοσιωμένοι στο έργο τους,
εμβριθείς και βαθυστόχαστοι, συνομήλικοι σε μία σχέση πατέρα-γιου ή
εγγονού-πάππου, πανομοιότυποι όσον αφορά στην ψυχή που έτρεμε, είχαν ταυτιστεί μέσα του με το καθένα από τα
πρόσωπα εκείνης της γυναίκας.
Αυτός ο ίδιος, ο εραστής, ήταν σκοτεινός και αλλοπρόσαλλος, ένας
κριτικός τέχνης με μια αβάσταχτη αγωνία: την επιβεβαίωση. Είχε περάσει πολλά.
Είχε δει λίγα.Είχε γνωρίσει και είχε χάσει τα πάντα.
Λέξεις
Καιρό έψαχνα να βρω τον γιο
του ράφτη διαισθανόμενη – τι δύσκαμπτη μετοχή!- ότι η ταλαιπωρία των νεανικών
μου χρόνων θα επιστεφόταν με ένα παιχνίδι το οποίο χαρούμενη από την επιτυχία
της ανακάλυψης, δε θα το εγκατέλειπα ποτέ.Δεν μου’λειπε τίποτε, αυτό το διαπίστωσα
μετρώντας πρώτα τα δάκτυλα των χεριών μου, έπειτα εκείνα των ποδιών.Είναι
δύσκολο να γνωρίσεις κάποιον αν είσαι μαγεμένη απ’ αυτόν. Είναι αδύνατον να
απαιτείς από το είδωλο που καθρεφτίζεται στον μεγάλο ή τον μικρό καθρέφτη να
κατοικήσει για πάντα μέσα σ’ εκείνον, να εγκατασταθεί στην κάμαρα που κάποτε
υπήρξε παιδικό δωμάτιο, εφηβικό καταφύγιο, σπηλιά.
Είχα στείλει στον τόπο της
εκούσιας –όπως νόμιζα – εξορίας του μιαν από τις πρώτες μου ζωγραφιές. Ηταν το
πρόσωπο κάποιας Ινδιάνας με βλέμμα βαθύ, συνοφρυωμένο και διαπεραστικό , δίπλα
στο μικρό της αγόρι που την αγκάλιαζε.Αν έκρινε κανείς από την ηλικια μου, ( μόλις είχα κλείσει τα
δεκαενιά), δεν αποκλειόταν τούτη ν’
αποτελούσε την εγγύηση για μια σταθερή, μελλοντική ανέλιξη.Ομως η ζωή είναι
απρόβλεπτη. Και κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Υπάρχουν χρονικές περίοδοι των οποίων αργότερα ξεχνάμε την ορμή
και τον στόχο. Εχοντας επιστρέψει από κάποιο ταξίδι βρήκα την γραπτή, λιγόλογη
απάντησή του. Και τούτο ήταν η αρχή. Ήθελα να αφοσιωθώ απερίσπαστη στο έργο του
γιου του ράφτη που πίνακές του εδώ και χρόνια έψαχνα.Τελικά είχα ανακαλύψει ,
εκτός από τις προσωπογραφίες της Μαρίας
, και εκείνη της «Παναγίας των Αρπυιών». Ηλπιζα πως εκείνος θα με βοηθούσε να
εμβαθύνω στο παιχνίδι των εικόνων , ασφυχτικά δεμένο με ένα πανίσχυρο αλλά και
ευάλωτο εγώ, σε μια σχέση κυρίως με την σάρκα.Διαψεύσθηκα. Τα πράγματα
έγιναν όπως ήταν φυσικό, όπως έπρεπε να γίνουν.
Ανήκα σε μια μεσοαστική οικογένεια της Α., που οι ρίζες της,
σκόρπιες χωρίς ομοιογένεια, απλώνονταν,
αν θέλαμε να τις εντοπίσουμε στον χάρτη, σε όλον τον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Αυτή
η έλλειψη ομοιογένειας, ήταν μοιραίο να δημιουργεί ένα χάσμα, να έχει επιπτώσεις πάνω στα αισθήματα
αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της. Τούτη
την οικογένεια δεν την είχαν κτυπήσει ως τότε μεγάλες κακοτυχίες · τα πλήγματα
που είχε δεχτεί στο εκ πρώτης όψεως ροδαλό πρόσωπό της, ήταν απλά μητρικά
χαστούκια, το ίδιο ανώδυνα και σωφρονιστικά όσο κι εκείνα ενός μαθητευόμενου χασάπη.
Ηταν μια οικογένεια από τις καλύτερες των χασάπηδων της Παλαιάς
Ιωνίας. Μόνο, που να, πλουτίζοντας, τα μέλη της λησμόνησαν την καταγωγή και τον
σκοπό τους. Κάποιοι απ’ αυτούς χάθηκαν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη, αξιωματούχοι ή
έμποροι ή και τα δυό, ηδονιστές ή καλωσυνάτοι ή και τα δυό, απατεώνες ή τρυφεροί μέθυσοι ή και τα δυό,
είχανε διασχίσει τον τότε γνωστό κόσμο με τα πόδια, φορώντας φέσι, μπερέ, παναμά ψάθινο,σκουφάκια. Ηταν μια
φρίκη.Αρχισα από τα είκοσι να βλέπω τούτη την φρίκη.Αργησα να καταλάβω ότι είχα
μεγαλώσει μέσα στην φρίκη. Σίγουρα ήθελα να
ξεφύγω όταν επεδίωξα να γνωρίσω τον απόγονο του γιου του ράφτη.
Ηταν πολύ μεγαλύτερός μου. Είχε
συνειδητοποιήσει τη διαφορά μας, τις αντίξοες συνθήκες. Εγώ, ήμουν
μέσα σε μιά φυλακή.Εκείνος μόλις είχε
βγει από την αληθινή φυλακή. Για την ζωγραφική γνώριζα περισσότερα από κάποιον
της ηλικίας μου, για την ζωή όμως, όπως ξεδιπλωνόταν σαν μουσαμάς μπροστά στα μικρά μου μάτια , οι γνώσεις μου
ήταν ελάχιστες.
Δυσάρεστο, μάλιστα, απαίσιο την πρώτη φορά, όταν η δυσαρμονία ,
αποτέλεσμα της δικής μου αντίστασης, τον έκανε να πει «σε μισώ». Τις επόμενες
το παιχνίδι άρχιζε να γίνεται λιγότερο ενοχλητικό. Η αίσθηση της ματαιότητας
άρχισε να παραχωρεί τη θέση της στην ηδονή.Τι λέξη! Ανοίγοντας το αγαπημένο μου
λεξικό υπογράμμιζα στα έργα τέχνης που κοσμούσαν τον συμβολισμό, τα τρία
φωνήεντα και τα δύο σύμφωνα: δέλτα, νι, ήτα, όμικρον, ήτα. Ηττα. Τα
παθήματα της πολυσυζητημένης σάρκας με
είχαν ρίξει κάποτε από την κούνια, είχαν γίνει αφορμή ενός κατάγματος και στην
συνέχεια μιας αρρώστειας. Ισως γι’ αυτόν τον λόγο με αντιπαθούσε η Αρπυια.
Εκείνη μ’ είχε γεννήσει, όμως την είχαν κουράσει οι απανωτές αναποδιές, οι
αλλεπάλληλες ασθένειες. Γι’ αυτό με φυλάκιζε. Ηξερε ότι το ενοχλητικό ζώο, το
άκακο μα απείθαρχο οικόσιτο, σιγά σιγά θα μεταμορφωνόταν σε ένα άχαρο και
ανοικονόμητο πλάσμα . Η κόρη θα άλλαζε
προς το δαιμονικό όταν θα συναντούσε τον εραστή.
Δρόμος
Ξέφυγα , έτρεξα σε κείνον. Πήγα να βρω αυτόν που δεν είχε καμία
σχέση με φαμίλιες και φαρμακερά αισθήματα.Το’λεγε ξεκάθαρα: «Τους μισώ». Το
επαναλάμβανε και σε μένα: «Σε απεχθάνομαι». Ή άλλοτε: «Οταν δεν μπορώ , όταν δεν μπορώ ξανά και ξανά, αηδιάζω με
καθετί ανθρώπινο, με κάθε θηλυκό.»
Είναι άχρηστες οι λέξεις όταν βλέπεις στον καθρέφτη ένα
παραμορφωμένο πρόσωπο. Ανάσαινα με πόνο,
ενώ η ενοχή, γιατί δεν μπορούσα πια να κοιτάξω κατάματα την Αρπυια, μ’έσπρωχνε από τα φαντάσματα στο
πραγματικό- την αγκαλιά του. Μιλούσαμε για την ζωγραφική, με αγκάλιαζε, κάναμε
περιπάτους, μου χάρισε τον «Θάνατο του Κροκεβιλέ», με έδιωξε, μου’ μαθε
μουσική, με περιφρόνησε.Ηταν συνεσταλμένος και επιθετικός. Ημουν
τρομοκρατημένη, άρρωστη από έρωτα. Ηταν ειλικρινής, δεν ένιωθε
ευτυχισμένος.
Γνώριζε ότι όσο κι αν
ασκούσε πάνω μου τον σαδισμό του, εγώ δεν θα υπέκυπτα.Τον αγαπούσα και του
το’λεγα. Προκαλούσα το χαμόγελο και την ειρωνία του; «Δεν σ’ αγαπώ.Ούτε
πρόκειται να σ’αγαπήσω.Σε θέλω μόνο γι’ αυτό.Φύγε.Μόνο γι’ αυτό.» Πόσα πράγματα έμαθα μέσα σ’ αυτούς τους
λίγους μήνες!
Κατάρρευση. Αυτό ήταν ηδονή.
Άνοιξη
Εκείνο το Πάσχα ήταν κρύο.Είχε προηγηθεί ένας παγωμένος και υγρός
Μάρτης , θολός σαν ομίχλη. Ηταν ομίχλη, ένας καπνός που δεν σ’ έπνιγε,
περπατούσες μέσα του χειρονομώντας, διώχνοντας τις άσχημες σκέψεις. Εξω απ’την
πόλη η διαύγεια ήταν εξαιρετική, ο ουρανός καθαρός με χρώματα σταθερά όπου
κυριαρχούσε το κόκκινο.Αέρας ευεργετικός, μυρωδιά της γης, φως που δεν ζέσταινε
αλλά έκανε τους ανθρώπους, συγχυσμένους, να στραβοπατάνε. Μέσα, στους χώρους
που περιέκλειαν τεχνητά μικρά λιβάδια
και φυτά, η ζωή κυλούσε μ’ έναν ρυθμό που δεν συγκρινόταν με την ακαμψία των
παγωμένων ρευμάτων. Αντικρίζοντας το χρώμα εκείνου του πρωινού έδινα στον πίνακα των Αρπυιών διαφορετικές
διαστάσεις. Κι ένα πρωί, αναπνέοντας την
αύρα από την μακρινή θάλασσα αποφάσισα να τον παρακολουθήσω.Ενα κορίτσι
είχε πάρει εκείνον, τον εραστή , από πίσω.Το βαρύ βήμα της, σαν γδούπος από
τσουβάλι που μετακινείται πέφτοντας από την μία στην άλλη μεριά, δεν τον
ξάφνιασε. Δεν γύρισε το κεφάλι.Το κορίτσι, σχεδόν παιδί, περπατούσε με τους
ώμους πεσμένους το βλέμμα καρφωμένο στις γκρίζες πέτρες.Οταν επιτέλους την κοίταξε,
περισσότερο για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έσερνε ένα τέτοιο βάρος σ’ ένα
δρόμο σπυριάρικο, με εξογκώματα και μυτερά βραχάκια που μισούσαν το πράσινο,
είδε ότι ήταν έγκυος. Ενα νεαρό κορίτσι με τεράστια κοιλιά, μαλλιά πιασμένα
πίσω, φόρεμα κολλητό και γι’ αυτό ιδιαίτερα άκομψο, πρόσωπο ανέκφραστο.
-Με λένε Τζίμη-απ’ το Δημήτρη, αστειεύτηκε.
-Εμένα Ελέη –απ’ το Ελένη, του απάντησε.
Κι αφού συστήθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο, με χείλη που μόλις
διέγραφαν το περίγραμμα των επιθυμητών λέξεων, συνέχισαν να περπατούν. Ο
καθένας είχε τον δικό του σκοπό.Ο δρόμος που ακολουθούσαν ήταν ο ίδιος, όμως ο
καθένας τους έχοντας άλλο κατά νου, βάδιζαν σαν να μην είχαν ποτέ ειδωθεί ή
ανταλλάξει λέξη.
«Μέσα σ’ ένα
γυάλινο κουτί το έμβρυό σου Μαρία.»
«Σ’ ένα
δοκιμαστικό σωλήνα το σπέρμα σου Ιωσήφ;»
Περπατούσαν άδειοι από κάθε συναίσθημα μια χλωμοί μια
αναψοκοκκινισμένοι, σίγουροι πως στο τέλος μία από τις καρδιές που κουβαλούσαν
θα έπεφτε πάνω στην άλλη με πάταγο. Πέρασαν από μια σειρά μικρών βράχων. Που
και που πάνω τους ξεφύτρωναν
γαϊδουράγκαθα· με τον μακρόστενο καρπό τους πλησιάζαν λοξά τον ουρανό. Πιο κάτω
μια παράξενη μωβ θάλασσα τους έκανε να σταθούν.Δεν κοιτάχτηκαν, η βουβή ταραχή
που τους προκάλεσε ο θαυμασμός άγγιξε και τους δυο. Αποικίες από κυκλάμινα,
σταθερές , σιωπηλές, εκτυφλωτικές, πιστές, μετέδιδαν το μήνυμα του τέλους της παγωνιάς. Δεν επρόκειτο απλώς
για το τέλος του χειμώνα. ΄Ηταν οι τελευταίες μέρες μιας καρποφόρας άνοιξης, η ανάγκη της πέτρας που πλούτισε για
να διαλαλεί τον θησαυρό της, το νερό που κόχλαζε μέσα της.Η αίσθηση του κενού,
η ταλάντευση, το ταξίδι της λεπτής ρίζας που γραπωνόταν από το άκαρδο , τάχα
αδύναμο μα τόσο στέρεο χαλίκι, έδινε στους περιπατητές χαρά Δεν έσκαβαν μές απ΄ τα συντρίμια που τους έκλειναν τον δρόμο,
είχαν ανοίξει μόνοι τους μια υπόγεια έξοδο, ένα λαγούμι.. Στον σωρό από τα
χώματα που έριχναν πίσω βγαίνοντας, τεντώνοντας σαν τόξο το κορμί, υψώνοντας το
βλέμμα στην ροδόχροα έκταση, είδαν ό,τι είχε γεννήσει η χωμάτινη μάνα: αυτό
αρκούσε για να πληρωθούν πολλά ρητά, για να δοθεί ένα προσωρινό τέλος στην
περιπέτεια του κοριτσιού με την μεγάλη κοιλιά, στο καθήκον του προστάτη με το
κλονισμένο βήμα.
Αφησε την φαντασία σου συγγραφέα του πονηρού, μην επιμείνεις στην
αντιγραφή ποιητή, όταν οι δυνάμεις κονταροκτυπιούνται ποια θα πρωτοκερδίσει τον
εραστή που αγάπησε ή δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα. Οι μάγισσες θα είχαν να πουν
περισσότερα. Ο Μπράντμπερυ θα ζωγράφιζε το κορμί ενός ανθρώπου όμοιο με
Ατλαντα, θα στήριζε στους κεντημένους ώμους του ένα γυμνό ακέφαλο κορμί.Κι αυτό
όχι για να δημιουργήσει τρόμο, αλλά για να πλέξει το εγκώμιο των πεθαμένων φτιάχνοντας ένα πρόσωπο που θα αποτελείτο από
δεκάδες άλλα, ένα κεφάλι του οποίου η ομορφιά θα ήταν το έμβρυο της Λύπης.
Χαθήκαμε.Ο εραστής έβριζε, φιλούσε και χτυπούσε με την γλώσσα την
ερωμένη που είχε εξαφανιστεί . Μεταμορφωμένος, γέρος , σφυροκοπούσε με το μέλος
που δεν έπαυε να ζει.΄Οσο απλά κι αν φαινόταν ότι τέλειωνε τη ζωή της η Αδελφή
του Χατζόπουλου, όσο σύντομα απαχαιρετούσαν τα βάσανα οι ήρωες και ηρωίδες του
Νικολαίδη του Κύπριου, τόσο διαρκούσε το ξεψύχισμα του Γιώργου Σαραντάρη.
Για κείνον ήταν το μαρτύριο.Δεν υπήρχε σωτηρία, όσο κι αν άπλωνε
τα χέρια θα υπήρχε πάντα το φράγμα, ένα γυναικείο σώμα.
Missa
Ανεβαίνοντας με βιαστικά βήματα τον ανηφορικό δρόμο, με βήματα που
μαρτυρούσαν την αγωνία, ταμπούρλα ακούγονταν όλο και πιο δυνατά, θόρυβοι , ήχοι
περίεργοι, ανάσες που μπερδευόνταν με τα κροταλίσματα, το αστραπιαίο πέρασμα
των αιλουροειδών, το βόμβο των εντόμων.Ομως τίποτε απ’όλ’ αυτά δεν ένιωθε ότι
την απειλούσε.Το ζωικό βασίλειο έχει αυτήν την χάρη: ούτε το ίδιο τρομάζει ούτε
προκαλεί το φόβο στο πλάσμα που απομακρύνεται. Συγχυσμένα τα είδη
τσαλαβουτούσαν στα νερά που λίμναζαν· άλλα γλιστρούσαν απ’ τον βράχο μ’ ένα
σύρσιμο ανατριχιαστικό. Στο νου της ήρθαν τα φαλακρά παιδιά που συναντούσε σε
κάθε κοντινή εκδρομή στο Μοναστήρι. Κορίτσια και αγόρια χωρίς μαλλιά και
φρύδια, δίχως το ελάχιστο τρίχωμα στο στεγνό λεκιασμένο τους δέρμα. Θεραπείες
και πόνος, μετακινήσεις και χαμένες
ελπίδες που ανανεώνονταν όσο διαρκούσε η βασανισμένη ζωή τους. Μικρά ή μεγαλύτερα καπελάκια,
σκουφάκια πλεγμένα από
τρεμουλιάρικα μητρικά χέρια κάτω από το απελπισμένο βλέμμα που
απηύθυνε παρακλήσεις.
Ομως-δίνει η κόλαση έπαθλα; Στον πίνακα του Κλότζα η ανάβαση της
κλίμακας που οδηγεί στο στερέωμα
ακολουθεί το μονοπάτι του φόβου.Κι όμως κανείς δεν θέλει να ξεφύγει από το
πλαίσιο που έχει φυλακίσει όλων των ειδών τα αμαρτήματα.Θεία σαπίλα! Κάτω από
τους Ευαγγελιστές με τον αετό, τον άγγελο, το βόδι και το λιοντάρι, το άθλιο
ζευγάρι των πρωτοπλάστων θρηνεί. Και κείνη αισθάνεται ότι το μοναδικό πλάσμα
στον κόσμο με το οποίο όχι απλώς νιώθει μία συγγένεια, αλλά σχεδόν ταυτίζεται είναι κάποιος σαν τον Χανς Κέστορπ.Δεν
ανεβαίνει· βλέπει –αδρανής- αδαής-θεατής- ότι την μεταφέρουν στο βουνό της
μαγείας. Είναι πολλά εκείνα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν.
Να τι σημαίνει αυτό για τον υπηρέτη: καιρός ευνοίας και ημέρα
σωτηρίας από την οποία προσδοκούμε τα πάντα
ζώντας ήδη το θαύμα. Δούλη της
ανομίας αρνείται τις επικλήσεις, υποχωρεί σάμπως να ανήκει στην μονή που
οικοδομήθηκε από κόκαλα. Ο εραστής απλώνει τα μακριά τριχωτά μέλη του , άνετος
μες στο νερό· είναι τόσο όμορφα τα άκρα του όπως μισοβγαίνουν από την μπανιέρα
, τέλεια δάκτυλα, προσεκτικά κομένα νύχια, βελούδινο δασύτριχο κορμί που εκείνη σκεπάζει με φιλιά και μη
ελεγχόμενες κραυγές που τον κάνουν να γελά. Ο καιρός της ευνοίας είναι τώρα. Είναι πολύ νέα για να καταλάβει τον Παύλο και
τις προς Κορινθίους.Ο ερώμενος κρατά σφικτά τα όπλα της δικαιοσύνης. Συγχέει
την ύπαρξη με εκείνη του εραστή, άγνωστος αλλά οικείος, δημαγωγός όλο
ειλικρίνεια, μελλοθάνατος με το χάρισμα της αθανασίας. Κοιτάζει το μαλλιαρό
στήθος, τις δυνατές τρίχες στις ωμοπλάτες , έπειτα τα φαρδιά λαγόνια, τις
λεπτές γάμπες , τα μικρά στήθη κάτω από την μύτη της. Εδώ κρύβονται όλα. Ακόμη
και η έλξη του θανάτου δεν μοιάζει με τιμωρία.
Ενα άθλιο παιχνίδι- το μέλλον.Ο δρόμος που παίρνει κάθε μέρα είναι
ανηφορικός, τα σκαλιά σπασμένα, η μυρωδιά της γειτονιάς αποπνικτική.
Σισώης
Εβλεπα
Ναι, ήταν κάθαρμα.
Πλησιάζω τα είκοσι πια.
Ψέματα! Ελεγα τόσα.
Σελίδες ημερολογίου δεν υπάρχουν.
«Είναι ολοι τους γελοίοι».
*
Τα πουλιά όταν είναι κακά
είναι το χειρότερο είδος ζώου. Με τα φτερά διπλωμένα , σε στάση
απειλητική, σε ετοιμότητα, με μεγαλύτερη ακρίβεια στις κινήσεις και από τον
νεαρό τίγρη.Αιμοβόρα στα ένστικτα, αλλά με τόσο καθαρό, άσπιλο λογισμό. Μήπως καιροφυλακτούν ώστε οποιαδήποτε κίνηση
της Παρθένου να σημάνει επίθεση, άγριο τσιμπολόγημα, βγάλσιμο των ματιών,
κομμάτιασμα της σάρκας; Είναι ήρεμες οι Αρπυιες. Αλίμονο αν η ακινησία ήταν
θεϊκό σημάδι..Η κοινωνία των αγγέλων θα μας έφτυνε.Δες τη μάνα πως κρατά δίχως
να πονά το παιδί της. Και γω δεν έχω μήτε ένα αθώο γουρούνι να σφάξω για να
τιμήσω τον πατέρα που απλόχερα προσφέρει
δώρα, χαρίζει την ήπια καθημερινότητα , φως και σκοτάδι, πείνα και φαγοπότι,
ικανοποίηση και λύσσα.
Solemnis
Ολα έπαιρναν σιγά σιγά τον δρόμο τους. Μια αργή διεισδυση , μία
ηδονική lente impregne. Έχει έρθει η ώρα να μιλήσω με απλότητα. Ζω για
πολλά χρόνια με ένα λυπημένο πλάσμα
.Εκείνο το βουναλάκι από κουβέρτες είναι η μάνα μου.Το κορίτσι που κινείται ,
το πρωί ανήσυχη πασχαλίτσα, τα
βράδια πυγολαμπίδα ευαίσθητη στο άγγιγμα
ξένων, η κόρη. Ολοι είμαστε περιτριγυρισμένοι από ζώα: ήμερα, καλοσυνάτα,
δύσπιστα.. Δεν αναρωτιέμαι που βρίσκομαι. Αυτό
είναι μεγάλο, τυραννικό, αυτό είναι
μικρό, μια κουτσουλιά που λερώνει τους ώμους, την κορφή.
Να ένας τρόπος να διασχίζεις την Αθήνα: μαζί μ’ αυτό και τον άλλο, την άλλη όψη του
νομίσματος. Να τον συναντήσω και να γυρίσω το κεφάλι από την άλλη μεριά, ν’
αδιαφορήσω για το κιτρινοπράσινο χρώμα του , το πρόσώπο του Ιησού στον κήπο των
Ελαιών. Μα με χαμηλωμένα ή κλειστά τα μάτια, θα δω τις
αιμάτινες σταγόνες ιδρώτα. Κι αν ανέβαινα την Rue Blanc μαζί του, αν περπατούσα
με τρόμο στο κέντρο της Αθήνας έχοντας λησμονήσει μια ευτυχισμένη μες στην
απελπισία της στιγμή, αυτό συνέβαινε, αυτό το έκανα γιατί κατά βάθος δεν ήθελα να επιστρέψω
περνώντας μέσα απ’ την χοάνη.
Μην μιλάς αν δεν μπορείς να γράψεις.Κόψε το χέρι αν γράφεις, ο
συγγραφέας δεν είναι ποιητής, ο ποιητής είναι ο συγγραφέας-Τίποτα, ο γραφιάς
που παρατηρεί την μύγα ή , στην καλύτερη περίπτωση , το φίδι που κυνηγά τον
αρουραίο. Εκεί είναι η φλόγα, η φύση
αργοπεθαίνει βλαστημώντας τα παιδιά της, τον καρπό μιας στείρας κοιλιάς .
Βοηθείστε με αναγνώστες τούτων των σελίδων, ερμηνεύστε: πέντε
χαλύβδινες πόρτες με οδηγούν ανοίγοντας η μία μετά την άλλη μπροστά σ’ ένα
σκυλί. Είναι ένα ζώο με κεφάλι ανθρώπου, πόδια και φτερά όρνεου, ώτα άρκτου.΄Η, ξαφνικά, αλλάζοντας
μορφή, μέσα από τα βασανιστήρια που παραμορφώνουν την ανθρώπινη έκφραση, στα
παλούκια του ανασκολοπισμού, τον τροχό των παρθένων όπως τις φαντάζονταν ο
Απολλώνιος και ο Βιργίλιος, χανει από το κορμί το τρίχωμα και τα πτερύγια.Αν
κάποιος τολμήσει διατρέχοντας τους όγκους του τυπωμένου χαρτιού, (χιλιάδες
άχρηστοι τόνοι που θα μπορούσαν να βυθίσουν τη γη ,να ανατρέψουν την ισορροπία
των πόλων ), αν κάποιος ή κάποια αποφασίσει να ασχοληθεί με το ξεπαρθένεμα του νου.. το παιχνίδι είναι
χαμένο. Θα εξακολουθώ να κυνηγώ το μεγάλο τσιμπούρι με τα αμέτρητα παιδάκια, να
μιλώ για τον εραστή που απευθύνει τον λόγο σαν να χαστουκίζει και να νιώθω το
μοναδικό αίσθημα που σημάδεψε την μέχρι
τώρα ζωή μου: την ντροπή.
*
Δεν είμαστε γέροι όταν το μυαλό απασχολούν οι αποστολικές ρήσεις·
δεν είμαστε νέοι όταν η μνήμη επιλέγει την πιο ιδιαίτερη από τις ανθρώπινες
ιδιότητες· είμαστε οι άνθρωποι που γράφουν όπως οι άλλοι καταρρέουν και
κατουρούν, από μία ανάγκη ν ‘ ανακουφιστούν από την ακαθαρσία. Υπάρχουν
εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια ονόματα που διεκδικούν ένα
επίθετο.Οφείλουμε στη γέννηση που μας χαρίστηκε , την αποτυχία. Η ασθένεια είναι το δώρο μας. Η σκάλα είναι η διαδρομή
που ο Κλότζας επέλεξε από την άβυσσο ως το άβατο, το πολυπρόσωπο όραμα του
ζωγράφου που δεν θέλει να παρουσιάσει , αλλά να ταυτίσει το πρόσωπο με το
πλάσμα.
Το αντίθετό του
Τρέχω ασθμαίνοντας, δεν υπάρχει τίποτε να συναντήσω. Επειτα αυτό:ό,τι συγκρούεται με το βαθύ μυστικό
βλέμμα της Παρθένου.. Το στόμα που χαράζει ο αλάνθαστος, ο γιος του Ράφτη, δεν
πρόκειται να ξεστομίσει καμία λέξη,
δεν αγγίζω το βιβλίο. Μόνο αυτά
τα μάτια στο «Μυστικό Θέμα» γεννούν κι έπειτα , δίχως καμιά συστολή ,
καταπίνουν. Είναι ανεξήγητο σαν τα τέρατα στον άλλο πίνακα του Del Sarto με τις
άρπυιες : περιτριγυρίζουν τη μάνα και το παιδί και τρομοκρατούν τους αγγέλους. Είναι μια πορεία προς τα πάνω από
την πλευρά του νικητή. Είναι ο άγιος που μετά από μισή χιλιετία περπατά μαζί
μας στον σταθμό, βγαίνει από το μετρό αγγίζει το μέτωπο του δακρυσμένου πατέρα
που έχει αγκαλιάσει το λιπόθυμο μογγολικό του παιδί.Δροσίζει μαζί του τους
κροτάφους του. Αόρατος, γεμίζει νερό το πλαστικό μπουκάλι και βοηθά στο θηλασμό
αυτού του γερασμένου μωρού.Ανεβαίνει δίπλα μου τις σκάλες.Προτιμά τις
κυλιόμενες, κουράζεται σαν άνθρωπος γιατί δεν έχει απαρνηθεί την σάρκα.
Παραμένει σταθερός. Δεν τον τρομάζουν τα τέρατα στις αποβάθρες.Ξέρει πως θα
ανοίξουν τα φτερά τους έξω, στον καθαρό αέρα, την ωραία ατμόσφαιρα της γης που δεν γνωρίζει πατρίδα ή σύνορα και
–κυρίως- δεν μπορεί να μας απαλλάξει από τα επίθετα. Αποτυχία του Μυστικού
Θέματος να κεντρίσει. Κατάρρευση του βρέφους και της μητέρας που θα ζητιανέψει
όπως όλες οι άλλες για το ψωμί και το κρέας.Δίχως αγγέλους, δίχως το επιχείρημα
το ακλόνητο, δίχως το ξίφος του μοναχού. Εκεί υπάρχει ο φόβος. Εδώ κατοικεί το
μέλλον.Ψεύδος και αγιότητα.
Αίσθημα : « Ας τελειώνουμε
», είπε ο εραστής.
Οπή: «Αυτή η πράξη δεν είναι αξιοπρεπής».
Ολα τελείωσαν θυγατέρες του Θαύματος και της Ηλέκτρας. Στο χώμα κείνο το βλέμμα.
Ανεξιχνίαστο ,κοιτάζει εμένα.Ο σωτήρας, έτοιμος να κλάψει, τις Άρπυιες.
Το ποίημα παραμένει αμετάφραστο.
ΕΝΑ
ΑΠΟΓΕΥΜΑ, Η ΟΜΙΧΛΗ
στην Λητώ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ
ΟΙΚΟΥ
Με βήματα βιαστικά ο Σ. έφτασε μέχρι την πόρτα . Στον δρόμο δεν υπήρχε κανένας, παντού ερημιά· έτσι , χωρίς να το σκεφθεί, χτύπησε ελαφρά το κούφιο ξύλο και περίμενε.Η φωνή που άκουσε, αλλοιωμένη από τη δυσπιστία , σχεδόν δεν του θύμισε τίποτα.Πριν λίγες μέρες είχε λάβει το τρίτο –ή τέταρτο- σημείωμα του παλιού του συμμαθητή:«σε χρειάζομαι.» Αυτό ήταν αρκετό για να υπερνικήσει τους δισταγμούς του. Αλλα τι να τον ήθελε άραγε; Και γιατί εκείνος, ο πλούσιος, ο χαρισματικός άντρας που λογικά θα έπρεπε να περιτριγυρίζεται από πολλούς ανθρώπους, απευθυνόταν σ’ αυτόν, έναν γνώριμο από το μακρινό παρελθόν, σε κάποιον του οποίου η ανάμνηση θα έπρεπε, κανονικά, να είχε εξασθενήσει μέσα του;
Ο Σ. ήταν ψηλός και αδύνατος. Ανοιγοκλείνοντας τα δάκτυλά του, οι
αρθρώσεις κροτάλιζαν.Το ελάχιστο περιττό πάχος στο στομάχι το κάλυπτε με ένα
ριχτό πουκάμισο πάνω από το φαρδύ του παντελόνι.Η ζώνη του ήταν φθαρμένη, η
άκρη της είχε κοπεί.Ρωτώντας μερικούς ντόπιους δεν δυσκολεύτηκε να βρει το
σπίτι του Μυντχάουζεν.Το παρωνύμιο αυτό, από τα πιο εύστοχα, ο φίλος του το
χρωστούσε στην τάση που είχε να μεγαλοποιεί τα πάντα και συχνά να ψεύδεται
ασύστολα..Ως “βαρώνος” που ήταν, θεωρούσε ότι είχε τούτο το δικαίωμα.Επρόκειτο για κάτι που οι
συμμαθητές του ποτέ δεν το συγχώρησαν, αλλά εκείνο που τον έκανε ακόμη πιο
αντιπαθητικό στα μάτια τους, ήταν η αυτοπεποίθησή του, δηλαδή η πίστη του
πως μια ιδιαιτερότητα, ένα είδος ξεχωριστής
δύναμης, θα του επέτρεπε να βγει σώος από την κοιλιά του κήτους. Ο Σ. νόμιζε
ότι από εκείνη την εποχή τα θυμόταν όλα, με κάθε λεπτομέρεια.
Το οίκημα, στενόμακρο
και όχι ιδιαίτερα ψηλό, έδινε, χάρη στα πολλά του παράθυρα μέσα στην πελεκητή
πέτρα,την αίσθηση ενός ιδιόρρυθμου μεγάρου. Ενα χλοερό δίκτυ το κάλυπτε. Εδώ κι
εκεί, φύλλα πορφυρά έσπαζαν τη βαριά μονοτονία
του ασφυκτικού αγκαλιάσματος της πράσινης καλύπτρας, ενώ ένα μικρό
μπαλκόνι διέκοπτε την ομοιομορφία σαν βλέμμα ειρωνικό. Ετσι ερμήνευε ο Σ. την
απόλυτη σιωπή για την οποία ήξερε καλά ότι ήταν ψεύτικη. «Κύριος του σιγάν;» Καθόλου. Είχε έρθει για να βοηθήσει –αλλά σε τι;
Ολα ήταν αχνά και
έπρεπε να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα και γρηγορότερα μπορούσε. Μέχρι η πόρτα ν’ ανοίξει,
προσπάθησε να θυμηθεί τον παλιό του φίλο: ο Μυντχάουζεν είχε μιαν έκφραση
περίεργη, μόνιμα απορημένη και αμήχανη, που μόνον ξεσπάσματα θυμού ή
αγανάκτησης, όπως προτιμούσε να λέει ο ίδιος, την έκαναν ν’ αλλάζει, να
ζωντανεύει. Είχε γεννηθεί ακριβώς τη μέρα που είχε λήξει ο πόλεμος της
Κορέας.Του άρεσε να το αναφέρει αυτό, επειδή η αδελφή του, η μοναδική του
συγγενής, είχε περίεργα χαρακτηριστικά, πρόσωπο πλατύ, μάτια λίγο λοξά. Ο Σ. δεν την
θυμόταν και πολύ καλά και όταν προσπαθούσε να ξαναφέρει τη μορφή της στη
μνήμη του, τότε, αστραπιαία, σαν σαύρα που τρέχει να κρυφτεί κάτω απ’την πέτρα,
το πάνω μέρος του κορμιού της εξαφανιζόταν.
Ρίγησε. Ανεξέλεγκτο, το αίσθημα της απειλής φώλιαζε παντού: στις
χαμηλές οροσειρές, στο χρώμα του ουρανού, στον χωματόδρομο, στην λάσπη που
κάλυπτε μερικές από τις πέτρινες πλάκες, στην κλειδαριά της αυλόθυρας, και,
τελικά, στο δίκτυ που κατέβαινε μέχρι τον κήπο. Κάποια ξέφτια από κείνο τον
άγγιζαν, παρτέρια και φύλλα από τα λίγα διψασμένα δεντράκια.Στην πραγματικότητα
βλάστηση δεν υπήρχε. Ξεραίλα, στέγνια εσωτερική της γης, πολιορκούσαν το σπίτι
του Μυντχάουζεν. O Σ. νόμισε ότι από κει θα μπορούσε να διακρίνει τον τρούλο κάποιας εκκλησίας.Μα τίποτα στον
ορίζοντα.Τη βαθιά αναστάτωση που διέχεαν τα σύννεφα την γαλήνευαν η ατέλειωτη
πεδιάδα και κάποιες χοντρές ψιχάλες από μια επικείμενη καλοκαιριάτικη μπόρα.(
Οταν αυτή ξεσπά όλα θεριεύουν , ένα υπόκωφο μουγκρητό υπενθυμίζει την αλλαγή
της εποχής, της μέρας.Ολα μπλέκονται και
ξεμπλέκονται, τυλίγονται και ξετυλίγονται σαν πλεξούδα κεφαλιού που προχωρά
μπροστά μας , βαδίζει με γοργά βήμα και
δεν βλέπουμε αν το κεφάλι ανήκει σε γυναίκα ή άντρα-παρά μονάχα πλούσια, πλεγμένα μαλλιά. Με αυτόν τον τρόπο
η φαντασία οργιάζει, κι ας είναι πιο
ισχυρός ο τρόμος μας από τη λαχτάρα ν’αναγνωρίσουμε το κεφάλι.)
Το σκοτάδι απλώθηκε
απροειδοποίητα.Ενιωσε και πάλι το προαίσθημα ότι το ταξιδι του είχε μόνον
άφιξη. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερε πόσο καιρό θα έμενε εκεί. Ωστόσο, η
παραμονή σ’ έναν τόσο ασυνήθιστο τόπο, όπου η φύση χαριεντίζεται σκαρώνοντας
φάρσες, καθώς χρησιμοποιεί όλα τα αόρατα στοιχεία της προοιωνιζόταν
δυσβάστακτη. Επί πλέον, σε τούτο το μέρος ο χρόνος ήταν ακαθόριστος: έμοιαζε με
το κελάρυσμα του νερού που ανάβλυζε από
μια πηγή, με την ασταθή του ροή όταν αυτό ξεκινά την ατέρμονη, χωρίς
προορισμό πορεία του. Εκείνο τον ήχο άκουγε ο Σ. πίσω από την κλειστή πόρτα του
Μυντχάουζεν.Δεν ήταν πια σίγουρος για την παρουσία του εκεί. Μπορεί να είχε
απομακρυνθεί, μπορεί να βρισκόταν
κρυμμένος στο βάθος του κήπου, ζοφερός,
αφού ο ήλιος δεν έφτανε οπουδήποτε. Το διαρκές κελάρυσμα έκανε τον Σ. να
υποθέσει ότι κάποιος αποχετευτικός αγωγός, έντεχνα τοποθετημένος, δεν επέτρεπε
στο ρυάκι να παρεκκλίνει.Η επιστροφή στη γη, για να σχηματιστεί ένα υπόγειο
ποταμάκι που πάλι θα ξεπηδούσε ποιος ξέρει από κάποια μυστηριώδη ανάβρα ,
σήμαινε τάξη, σεβασμό μιας αναμφισβήτητης ιεραρχίας. Ηχος ροής, στάση και επανεκκίνηση, όλα έτειναν να αντικαταστήσουν
την ανθρώπινη απουσία. Η μυρωδιά δεν έφτανε στα ρουθούνια του, ο Σ. αγωνιζόταν,
και η πάλη του είχε κάτι από την λίγο πριν το τέλος αρχή.
Εκλεισε για λίγο τα μάτια.
Θέλησε και πάλι να δει την αδελφή του Μυντχάουζεν και αυτό
τώρα έγινε χωρίς να καταβάλει καμιά προσπάθεια.Ψηλή και χλωμή, αχνή, με
διάφανη επιδερμίδα και κατακόκκινα χείλη, με άκρα λεπτά, μάτια που λόξευαν και των οποίων δεν
είχε προσέξει ποτέ το χρώμα, αλλά που
σίγουρα δεν ερχόταν σε αντίθεση με την
γαλάζια απόχρωση του δέρματός της.Δέρμα σκουρογάλανο, μες στο οποίο γλιστρούσαν
μαύρες κηλίδες σαν μεγάλες σταγόνες υδράργυρου.Οταν αυτές ακινητούσαν ,
κάλυπταν μια μεγάλη επιφάνεια του σώματος,
λαιμό , στέρνο, μπράτσα, κοιλιά ,
μηρούς , που έπαιρνε την απόχρωση ενός γλυκύτατου μωβ. Τούτη η απόχρωση ήταν
ένα κόσμημα, κάτι που συναντάμε μόνον στον πανσέ. Το κορίτσι πότε χανόταν, πότε εμφανιζόταν,
ξεπηδώντας μέσ’ από χωρίσματα μυστικά , πλέοντας μέσα σε μια μάζα ρευστή .
Την περίμενε πάντα ο
αδελφός της. Στο στενό ντιβάνι που δεν ήταν φτιαγμένο για τον ύπνο δύο, στη
θλιβερή τραπεζαρία όπου τα πλούσια γεύματα μύριζαν κάτι αηδιαστικά ανθρώπινο,
στους πάγκους κάτω από τις κρεβατίνες όπου τις κλεφτές ματιές συνόδευαν
νευρικά χαχανητά. Εκεί είχε
ξαπλώσει ένα μεσημέρι και ο Σ. μαζεύοντας το κορμί, σφίγγοντας τα πόδια σαν παιδί
. Με το μυαλό να δουλεύει αδιάκοπα,σχημάτιζε με την φαντασία κατ’ αρχήν το
εσωτερικό, έπειτα το περίγραμμα ενός οχήματος. Φτιαγμένο για έναν μονάχα, τον
οδηγό, με κάλυμμα από άφλευκτο υλικό, ατσαλένιο δάπεδο και μία εσωτερική
επένδυση από καουτσούκ που έκανε την καμπίνα ασφαλή συγκρατώντας την ώθηση,
προστατεύοντας το σώμα από τα απότομα τινάγματα, το όχημα ήταν
η πρόφαση, παρηγοριά και διέξοδος
στην πλήξη που ποτέ δεν τον εγκατέλιπε.
Είχε να δει την αδελφή του Μυντχάουζεν πολύ καιρό. Πως λοιπόν να
εξηγήσει τώρα την παρουσία του φαντασματος με την τεράστια κοιλιά που πεταγόταν
από ένα απαίσιο σύμπλεγμα όταν εκείνη απελευθερωνόταν από το ασφυκτικό αγκάλιασμα και, εγκυμονούσα,
έδειχνε τον υπέροχο λαιμό της με το σιδερένιο κολάρο; Η λαιμαριά δεν την άφηνε
να κάνει βήμα, η αλυσίδα που κρεμόταν από τον χαλκά τον οποίο συχνά έκρυβαν τα μακριά μαλλιά , περιόριζε τις κινήσεις της προξενώντας την πιο μαρτυρική αγωνία. Η
γεμάτη διάκριση ύπαρξη βασανιζόταν αν
και είχε συνηθίσει να μην περπατά πολύ
,σχεδόν να μην κινείται, να ζητά από τους άλλους όποια βοήθεια ήταν
απαραίτητη για την επιβίωσή της. Ο Σ. θυμήθηκε ότι σ’ έναν από τους εφιάλτες
του έτρεχε με το όχημα, για να την σώσει από την
σκλαβιά. .
Πόσο καιρό είχε να συναντήσει τον Μυντχάουζεν; Αραγε τι θα
αντίκριζε όταν θα άνοιγε επιτέλους η πόρτα; Και κείνος; Γιατί βρισκόταν σε
σύγχιση, σαν ταξιδιώτης που επιστρέφοντας έχει ξεχάσει τα πάντα; Ο ήλιος έδυε, το φως ήταν αδύναμο και ο Σ.
διασθάνθηκε ότι θα παρέμενε έτσι μέχρι να τελειώσει εκείνη η νύχτα.Ζήλευε όσους
έφευγαν δίχως να μετρούν τις μέρες, τις βδομάδες, τους μήνες. Σ’ ένα μέρος του
εγκεφάλου, οριοθετημένο με ακρίβεια, βρισκόταν το κομμάτι ενός ωκεανού που ανάλογα με το βάθος του , 1000, 2000,
3000, 5000, 10000 , 80000 λεύγες , μεταμορφωνόταν σε λίμνη με διαυγή ή σκοτεινή επιφάνεια. Ενιωθε ότι ανήκε
εκεί. Δίπλα του αισθάνθηκε κάποιον.
Ηταν τόσο αέρινη η παρουσία
της , τόσο λεπτή η αδελφή του φίλου, που
η έκπληξη περιορίστηκε σ’ αυτό: στην υπερβολική αδυναμία της. Το φαρδύ φόρεμα ,
πολύχρωμο υφαντό, έντυνε τον ανάλαφρο σκελετό με το διάφανο δέρμα, πέφτοντας
μονοκόματο, δίχως να τονίζει τη μέση, με φαρδιά μανίκια και ποδόγυρο που
ακουμπούσε στη γη, σαν να ήθελε να κρύψει κάτι.
«Σ, Σ, Σ –» , είπε σιγά.
Η τρυφερότητα στη φωνή της τον παραξένεψε.Τώρα, ναι.Την ξανάβλεπε
επιτέλους, ο ερχομός του αποκτούσε κάποιο νόημα , η πίστη στη μνήμη δικαίωνε
την αναμονή.
Ο χώρος προστατευόταν από
την έκλαμψη που η πηγή της, ροή ακτίνων,
συχνά άλλαζε κατεύθυνση. Οσο η ώρα περνούσε, - μετρώντας το μέγεθος και την
αλλαγή των σκιών-, οι περιοδικές αστραπές δεν διέφεραν σε τίποτα από τις
αχτίδες του ήλιου όταν με την ανατολή περνώντας τις γρίλιες, κάνουν να χορεύουν
χιλιάδες μόρια σκόνης .Ολοι αισθάνονται λίγο τρομοκρατημένοι με κάθε αλλαγή.
Ακόμη και την νύχτα η λάμψη υπάρχει.Ο Σ. παρατηρούσε παντού κολώνες, καλώδια,
υποσταθμούς , όλα στο χρώμα της γης και του φυλλώματος που προστάτευε το σπίτι
. Θυμήθηκε –μια αναταραχή , βήματα που ήταν και δεν ήταν.Η μνήμη δεν ζωντάνευε,
σταθεροποιούσε.
« Σ., είχες πεθάνει;»
Δεν είχε πεθάνει, έχει πεθάνει, ήταν πεθαμένος.Γυρνώντας το
πρόσωπο προς το μέρος τής αδελφής, αντικρύζοντας το γεμάτο παράπονο και
ερωτηματικά βλέμμα, δεν τόλμησε να δώσει την σωστή απάντηση: «Δεν είχα-είμαι πεθαμένος».
Δεν άξιζε η αδελφή τέτοιον
πόνο.
«Που βρισκόσουν τόσο καιρό;»
«Χαθήκαμε.»
«Που ήσουν;»
«Αν πω δεν ξέρω θα με πιστέψεις;»
«Οχι –τι θες να πεις;»
«Οτι δεν ξέρω –δεν μπορώ να σου πω που βρισκόμουν.
«Σίγουρα θα ήσουν κάπου μακριά.» , είπε σιγά εκείνη.
Η αφέλειά της ήταν συγκινητική.Με τις παιδικές της κουβέντες , την
αθωότητα, εξιλεωνόταν από κάθε αμάρτημα.
«Σ.;»
«Ναι.»
«Θυμάσαι που πηγαίναμε κάποτε σινεμά;»
«Πως δε θυμάμαι.»
«Ποια ταινία σου είχε αρέσει περισσότερο;»
« Η Καταραμένη Κυριακή.»
Αυτή τη φορά την κοίταξε πολύ προσεκτικά.Ολα τούτα συνέβησαν όταν
εκείνη ήταν ακόμη κοριτσάκι, μια μαθητριούλα που ζητούσε την συντροφιά των μεγαλύτερων αγοριών.Πως είχαν απομείνει
ολομόναχοι, ο αδελφός της και κείνη; Κάποιοι έλεγαν ότι τα παιδιά είχαν έρθει
από το τίποτα , άλλοι ορκίζονταν ότι συχνά από το σπίτι ακούγονταν κλάματα
μωρού. Επειτα ξαφνικά όλα σταμάτησαν.Τα σχόλια έπαψαν , κι ας μην ήταν πάντα
κακόβουλα, οι κάτοικοι της περιοχής απορροφημένοι από τις ασχολίες και τα
απρόβλεπτα καιρικά φαινόμενα έτρεχαν να προλάβουν το πιο σημαντικό για την
επιβίωσή τους: το φως. Εχοντας περάσει μήνες μέσα σε μια εντυπωσιακή ηλιοφάνεια
, το σούρουπο ακολουθούσε σαν μακρόσυρτο τραγούδι γεμάτο νοσταλγία και
θλίψη.Μετά σκοτάδι. Χαραγματιές έσκιζαν τον γκρίζο ουρανό, μικρά κομμάτια από
μωβ και γαλάζιο, εγκοπές που άλλοτε μεγαλωναν, σχάσεις ευεργετικές , οπές με
βάθος και δύναμη ρουφήχτρας που δεν νοιάζονται και δεν λυπούνται για
κανέναν.Ετσι είχαν μάθει να ζουν.Οταν η αναταραχή κόπαζε, όταν ο ήλιος,
αμέτοχος ως τότε στα παιχνίδια της εκδικητικής δημιουργίας, έκανε και πάλι την εμφάνισή του, οι απλοί άνθρωποι είχαν
φύγει.Μόνος ο Μυντχάουζεν, ο Βαρώνος του παραμυθιού, έμενε με την αδελφή,
παραστάτιδα στην συζυγία του ψεύδους. Εγραφε σ’ ένα από τα γράμματά του στον
Σ.: «Στην Παναγιά του Κάστρου υπάρχει η ‘Δευτέρα Παρουσία’ του Κλότζα.Πρέπει να
την δεις.» Η αδιαφορία δεν τον είχε αφήσει τότε να δει τίποτα. Η άγνοια της
διαστροφής πρόσφερε τώρα μια μοναδική ευκαιρία.Θυμήθηκε: τα παιδικά κλάματα ,
τα ουρλιαχτά που ακούγονταν πίσω από τα
φραγμένα από τον κισσό
παράθυρα.Έπειτα,ένα μεσημέρι, οι οιμωγές της αδελφής που έφταναν ως το πεζούλι
δίπλα στην μεγάλη αυλόθυρα όπου σαν τώρα περίμενε να του ανοίξουν.
Είδε : στο κάτω μέρος της μεγάλης φορητής εικόνας η κόλαση
επιβεβαίωνε το μεγαλείο κάθε αμαρτίας.Είχε τη δύναμη να μεταμορφώνει τα
ανθρώπινα πλάσματα σε γλοιώδεις υπάρξεις που υποχρεωτικά κατάπιναν και
έπειτα άδειαζαν από το σάρκινο χωνευτήρι
την εμετική υγρή τροφή με την οποία τους μπούκωναν. Η έκφρασή τους ήταν τόσο τρομοκρατημένη, ώστε ο οίκτος για
τον εξευτελισμό τους πλανιόταν έξω από την βαριά κορνίζα.Ομως εκεί υπήρχε φως.
Ο Ιησούς αρχιερέας κοινωνούσε ψυχές με άμφια, ένα απλήθος ανωνύμων στρατευμένων
που ίσως κάποτε στήριζαν την Εκκλησία.Τώρα σ’ αυτήν δεν υπήρχε τίποτα το
σταθερό, αρκούσε μια ματιά για να διακρίνει κανείς ότι από την ομάδα των
βλάσφημων, των μοιχών, των φιλάργυρων και των δολοφόνων, ο αιμομίχτης
προχωρούσε ανεβαίνοντας , προσπερνούσε το πλήθος των ευσεβών γυναικείων μορφών
και των μαρτύρων για να φτάσει όσο πιο
γρήγορα γινόταν στην υψηλότερη βαθμίδα αγιότητας, εκείνης των αποστόλων. Μέσα
στην ταραχή του νόμισε ότι άκουσε ανθρώπους να ψιθυρίζουν : «Δε θ’ αρχίσουμε
από την αρχή.Η ιστορία έχει παράξενο τέλος. Νομίζουν ότι όλοι κοιμούνται κι
όμως..Κοίτα τους! Ακουσε, μιλάμε για την πεδιάδα που δε θ’ αρπάξει ούτε μια φλόγα μες στην
ξεραίλα της. Μυρίζουμε θάλασσα, ακούμε
το σφύριγμα του ανέμου που έρχεται από τα χαμηλά βουνά , το χάρισμα των προσωνυμίων. Ο Κόλπος –Λύκος,
τα Δέντρα-Βράχοι, ο κύριος Λεμόνης και ο αφέντης -Βαρώνος χρόνια πεθαμένος και
άκληρος έχει το πρόσωπο εκείνης για νεκρικό προσωπείο. Οι μετόπες γδάρθηκαν, η
φωνή του μικρού ακούγεται από πολύ μακριά, εσύ είσαι ξένος, φτύσε, οι αθώοι δε
θα μείνουν για πολύ, ποιος θα τολμήσει να διασχίσει κολυμπώντας τον ωκεανό της
άμμου που τη μέρα ασπρίζει και την νύχτα γίνεται στάχτη;»
Σιωπή πίσω απ’ τη πόρτα .Ο
Σ. σήκωσε το κεφάλι.
«Άνοιξε!»
Οι φωνές του δεν άφηναν
όσους ήταν μέσα ν’ ακούσουν.
«΄Άραγε μπορώ;» αναρωτήθηκε. «Δεν υπάρχει χερούλι, η πόρτα είναι
ερμητικά κλειστή.»
Κόλλησε το αυτί του στο ξύλο και την άκουσε, άκουσε εκείνη να
ψιθυρίζει:
« Ο τοίχος θα πέσει,
αυτό μόνο θ’ αντέξει..Ηρθα σαν μάνα να βρω ένα παιδί .»
«Αν δεν έπαιρνα την απόφαση να ‘ρθώ, θα τα θυμόμουν ολ’ αυτά ;»
ούρλιαξε.
Ο λόφος βρισκόταν πίσω του
και το σκοτάδι που απλωνόταν αργά έγινε ένα με την ξερή γη.Σύρθηκε κάτω στο
χώμα και με μεγάλη προσπάθεια σήκωσε το χέρι για να κτυπήσει για τελευταία
φορά. Ηταν ολομόναχος και οι δύο τεράστιοι κάκτοι στην άκρη του δρόμου
πλημμυρισμένοι χυμό μέχρι τ’ αγκάθια, με
τους βλαστούς να πετάγονται σαν βραχίονες δεξιά και αριστερά., σκέπαζαν το
μυστήριο του τέλους του οίκου .
Η κραυγή έγινε αγκομαχητό.
Κυνηγημένοι
(
Χειρόγραφο σε σχισμένη τσέπη )
«Διδάσκαλε,δι’όλης της νυκτός
κοπιάσαντες
δεν επιάσαμεν ουδέν· αλλ’όμως επί τω
λόγω
σου θέλω ρίψει το δίκτυον.»
Λουκάς, ε,5
Περπατώντας, λοιπόν, με κατεύθυνση προς τον κατάλευκο ορίζοντα,
βιαστικά, για να ξεφύγουν από το σιδερένιο νύχι που ένιωθαν ότι παραμόνευε ,
ακολουθώντας τη φορά του ανέμου ( ανασήκωνε από πίσω τα ρούχα τους),
προχωρούσαν η Dixit, η Μύρτα κι ο Γιάννης. Για πρώτη φορά συνάντησαν αυτές τις
παράξενες καιρικές συνθήκες λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα εκείνης της εξίσου
περίεργης, αδιευκρίνιστης ως προς τα αποτελέσματα χρονιάς. Είχαν προηγηθεί
μήνες ξηρασίας, πορείας σε κωμοπόλεις
και χωριά απ’ όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγει κανείς πριν περάσουν κάποιες
βδομάδες · οι περιοχές ήταν επικίνδυνες. Είχαν βρει πολλούς πεσμένους στο
δρόμο.
Σκοτείνιασε απότομα, τα χρώματα με τα οποία είχε ντυθεί ο ουρανός
πριν λίγη ώρα άλλαξαν κι αυτά. Το κόκκινο της δύσης έγινε γκρίζο, το βαθύ
πορτοκαλί της σφαίρας που σιγά - σιγά βυθιζόταν γκρεμίστηκε μαζί της με μια
χάλκινη κραυγή. Έπειτα όλα σίγησαν μέσα στο κίτρινο που πλαισίωνε ο γαλάζιος
μέχρι τότε ορίζοντας. Τα πλήθη που αργοσάλευαν μακριά, πέρα από την γνωστή από
τα παιδικά χρόνια καμπύλη,
μεταμορφώθηκαν σε κουκίδες που θύμιζαν παιχνίδια με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αν λάβει κανείς υπόψη την έκφρασή τους, καθώς
μαζεμένες στην άκρη του τοπίου –δε θέλω να την αποκαλέσω εικόνα- κινούνταν με
την σταθερή και επίμονη διάθεση να υπάρχουν.Αναγνώρισαν δίχως προσπάθεια κάποιους. Έσκαψαν εκεί, μες στο
σκοτάδι που άρχιζε να απλώνεται πιστό στις ώρες, υπάκουο στην αλλαγή -θα την
αποκαλούσαμε διαβάθμιση των χρωματικών παραλλαγών - για να δουν όσο γίνεται πιο
καθαρά το χλωμό σούρουπο.Πόσες άχρηστες σκέψεις με το τελείωμα της ημέρας που
ακολουθούσε μία καινούργια αρχή.
Οι άνθρωποι αλλάζουν μόνον όταν αλλάξουν τόπο, όταν φύγουν από την
χώρα που τους γέννησε κι αρχίζουν να ψάχνουν κάπου να ριζώσουν. Οι άνθρωποι
μιλούν με τη δική τους φωνή σαν έχουν ξεχάσει
ήχους μακρινών εποχών ή επιθυμούν να φωνάξουν στη Δύναμη που
αντικατοπτρίζει τη δική τους «Κύριε τι
κάνεις;» σάμπως αυτή η κραυγή θα επανέφερε στη ζωή μια ετοιμόγεννη Ραχήλ
παρηγορώντας τον Βενιαμίν για το αθέλητο έγκλημα.Οι άνθρωποι χαμηλώνουν το
βλέμμα για να ορίσουν τη δική τους ακραία εξουσία πάνω σε κάποτε περήφανα
πλάσματα. Κι όμως οι ίδιοι παραμένουν ανήμποροι σαν την καμήλα σ’ αυτήν την
περιγραφή γεμάτη πόνο, ευαισθησία -και ίσως κρυψίνοια- της Αλεξάνδρειας του Ντάρελ: Μια καμήλα είχε σωριαστεί από
εξάντληση στο δρόμο έξω από το σπίτι.Ήταν πολύ βαριά
για να την κουβαλήσουν στο σφαγείο , κι έτσι ήρθαν δυό άντρες με τσεκούρια και
την τεμάχισαν, εκεί μπροστά μας, στο δρόμο.Ζωντανή. Λιανίζουν τη λευκή σάρκα –
το φτωχό πλάσμα κοιτάζει με απροσμέτρητη οδύνη, ευγένεια και απορία καθώς του
κόβουν τα πόδια. Τέλος μένει το κεφάλι, ακόμη ζωντανό, τα μάτια κοιτάζουν γύρω.
Ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας, κανένας αγώνας.
Έτσι μόνη μέσα στους
άλλους, με το αίσθημα της ερήμωσης που προκαλεί η ανάγκη, ασκώντας ακόμη και
τώρα το χρονοβόρο επάγγελμα του καταμετρητή σκιών, άρχισα να διακρίνω παλιούς
γνώριμους : αυτή την παχιά γυναίκα από την εποχή των σπουδών , φίλους ( ο
Αποστόλης μιλά με την μάνα μου ), αγαπημένους ( η ξαδέλφη μου προσφέρει τσάι ),
περαστικούς που είδα μόνο μια φορά στο πανηγύρι της Πρωτομαγιάς έξω από το
πατρικό μου. Κι όλοι αυτοί, άτρωτοι από
τήν επίθεση της μνήμης γιατί δεν έχουν
βυθιστεί μες στην ανυπαρξία αφού περιφέρονται ασκεπείς αδαείς αδύναμοι αλλά
ικανοί να απορροφήσουν την δροσιά από το
αρμυρίκι, ποδοπατούν , για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, την ψυχή μου.
Κατεβαίνω τα σκαλιά βιαστικά, δεν υπάρχει αντίδοτο, οι λογαριασμοί
κλείνουν, πατώ το κουμπί της εξώθυρας για να μπουν όσοι κτυπούν δίχως να ρωτήσω
ποιος είναι.
Θα μπορούσε να είναι παιχνίδι· από επιτραπέζιο μέχρι τζόγος. Γράφω
όμως, κι αυτό σίγουρα δε δίνει απάντηση
στην ερώτηση «γιατί δεν έγινες αυτό που ήθελες», δεν αποτελεί απάντηση στο
«γιατί δεν έγινες αυτό που νόμιζες ότι ήθελες», δεν είναι καν ένα σχόλιο σε «
γιατί δεν είσαι αυτό που θέλεις;».
Γράφω, αυτό αποτελεί
ευθύνη· πως να γίνω πιο ξεκάθαρη ροκανίζοντας το ανούσιο, δίνοντας σ’όλους τον
τρόπο να κατανοήσουν ό,τι θέλω να κρύψω; Ας απορρίψουμε το τυχαίο· δεν έχει
καμία σημασία η σύμπτωση. Επικαιροποιούμε: ένα επίσημο έγγραφο, πάνω του μαύρα
έντονα γράμματα, διαβάζω: ο
λογαριασμός σας συνοπτικά. Οι
παραλήπτες είναι παραπάνω από ένας, κάποιοι
απ’ αυτούς θα μπορούσαν να καταλάβουν κάτι περισσότερο από αριθμούς,
άλλοι, στριφογυρίζοντας το χαρτί έχουν την ικανοποίηση να έχουν μόνο το ίδιο
επίθετο με μένα, απομακρύνονται με την ιδέα πως έχουν την ευκαιρία να επιλέξουν διαφορετική διαδρομή από το σπίτι
μέχρι το ταμείο. Δεν φαντάζονται πως η χαρά είναι όλη δική μου.
*
Ο Β. άλλαξε πλευρό δίπλα μου ανασαίνοντας βαριά. Πριν σηκωθώ ,
αδειάζω ένα ποτήρι νερό καταπίνοντας με μεγάλες γουλιές τον αέρα κάτω από την
τελευταία σταγόνα. Θέλω να φύγω, όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο ειδικά τώρα που
αδυνατώ να γράψω έστω και μία φράση – όχι σχετικά με τα γεγονότα, ποιος
νοιάζεται γι’ αυτά- αλλά για την αρχή της αφήγησης, το ξεκίνημα της περιπέτειας
και το μέλλον αυτών των ανθρώπων που δε θ’ αναπαυτούν πριν πετύχουν τον στόχο
τους. Αυτό είναι σίγουρο. Απλώνω τα πόδια στο σκαμνί, βάζω δυο μαξιλάρια για
μεγαλύτερη άνεση, σκέφτομαι τις λεπτομέρειες.Οι θόρυβοι που άρχισαν
ν΄ακούγονται, κρότοι, συγκεχυμένες ομιλίες, βοή από τη λεωφόρο, δε μ’ ενοχλούν.
Απόλυτα συγκεντρωμένη, επιχειρώ να σημειώσω οδηγίες, διατύπωση αρχών, αναφορές
σε κείμενα, καταγραφή ονομάτων και τοποθεσιών, επισημάνσεις για την αποφυγή
των δυσάρεστων καταστάσεων στις οποίες
θα μπορούσε να οδηγήσει μια αδέξια κίνηση, συμβουλές προσωπικές. Όλα μοιάζουν
περιττά, ακούγονται αστεία αυτό το πρωί του καλοκαιριού με την ζέστη και τα βαριά
σύννεφα που αρνούνται να ξεσπάσουν στην ευεργετική καταιγίδα των μεσαίων
ωρών.
Από το παράθυρο δεν φαίνεται τίποτα Από το μοναδικό παράθυρο του μικρού δωματίου
η ατμόσφαιρα εντυπωσιάζει με την θολούρα και την ανημπόρια να δημιουργήσει ένα
κρυσφήγετο για όσους θα κρυφτούν από την πλάνη. Οι αναγκεμένοι είναι οι
χειρότεροι. Συχνά ανταλλάσσουν κουβέντες δίχως νόημα με τους φίλους των άστεγων πεζοδρομίων, αναγνωρίσιμων
πια χάρη στην μυρωδιά της αμμωνίας. Λίγα λόγια και σταράτα.
Θυμήθηκα – σάμπως να την είχα ξεχάσει ποτέ!- την πρώτη φίλη.
Μελαγχρινή, με άσπρο δέρμα, λεπτό σώμα, προσγειωμένη και άχαρη μες στην επίγεια
ομορφιά της· καιροφυλακτούσε περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή που ξεπερνώντας
τα εμπόδια, θα βρισκόταν εκεί όπου το όνομά της δε θα σήμαινε επιτέλους τίποτα:
Dixit
Στο τζάμι που μισάνοιχτο δέχεται τις παρουσίες του δρόμου,
μισθοφόροι που καθρεφτίζονται βουβοί
αλλά πανίσχυροι δίνοντας ο ένας μετά τον άλλο τη θέση τους στο οπτικό μου
πεδίο, αμήχανη η φίλη μαζί
με τους υπόλοιπους ( Μύρτα, Γιάννης ),ανοίγει το σπαστό καθρεφτάκι·
βλέπω: όλα κρύβονται στον σάκο που πήρε φεύγοντας. Κι όμως να η Dixit μιλά
πρώτη, η ιστορία της δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, όλα έχουν συμβεί -και
ξαναειπωθεί.
*
«Τα χιόνια είχαν αρχίσει να λυώνουν.Εδώ και μία βδομάδα ο θόρυβος
από τον πάγο που κατέβαινε από τις υδροροές σε μικρά κομάτια με τρόμαζε λίγο,
ιδίως τα απογεύματα. Τότε ο ύπνος μου ήταν πιο ελαφρύς , ενώ τα βράδια
κοιμόμουν βαριά. Την νύχτα τίποτε δεν μπορούσε να ενοχλήσει το βύθισμά μου στο
μαλακό σύμπαν που με τριγύριζε: ανοίγματα
υπήρχαν παντού, αλλά σαν το ζυμάρι που πλάθοντάς το αποκτά κίνηση,
έκλειναν μόνα τους, απαλά, σάμπως η ζωή μέσα τους να απέκλειε κάθε παρεμβολή.Όμως
τα απογεύματα η διάθεση για συνέχεια της ζωής που χανόταν με τη δύση του ήλιου,
με έκανε να πετάγομαι με το παραμικρό. Και σκεφτόμουν πόσο στ’ αλήθεια είχα
ανάγκη να ανήκω κάπου, να πιστεύω σε ιδέες, σε καθετί που με στήριζε.
Μου έλεγαν, παλιότερα: « Μα
δε θα πετύχεις τίποτα έτσι, ο κόσμος είναι μικρός και αλλιώτικος, οι αρχές που τον στηρίζουν διαφορετικές από τις δικές
σου, η πραγματικότητα οδηγεί πάντα κάπου αλλού.» Δεν μ’ενδιέφερε η γνώμη τους,
δεν τους άκουγα γιατί αδιαφορούσα για τις συνέπειες ενός πιθανού
ξεστρατίσματος. Ήθελα να συμμετέχω, παρακολουθούσα τα πάντα και ξόδευα την
ενέργειά μου σ’ αυτόν τον αγώνα, την ανατροπή του λάθους, την οριοθέτηση μιας
περιοχής στην οποία θα κατέφευγα, εγώ και οι όμοιοί μου, δίχως τον φόβο της
απόρριψης.
Άνοιξα και σήμερα, όπως κάθε μέρα, το ραδιοφωνάκι.Ήθελα να μαθαίνω
τα νέα, οι εξελίξεις έτρεχαν, όλο και κάτι καινούργιο συνέβαινε, και γω
έπρεπε να ενημερώνομαι.
Να μαθαίνω τι συμβαίνει για να προγραμματίζω τις κινήσεις μου, να
ξέρω όποτε επικοινωνούσα με κάποιους τι
θα πω και με ποιο τρόπο θα εκφράσω τις αντιρρήσεις μου, να μαντεύω ποιος είναι
ο πραγματικός φίλος και ποιος ο αντίπαλος, να κρυφακούω τις διαφορετικές
απόψεις και να αντιδρώ κάθε φορά με τον κατάλληλο τρόπο.
Και οι υπόλοιποι κρύβονταν. Απ’ όταν συνέβη ό,τι συνέβη, νιώθαμε,
κι ας ήμασταν χώρια, να μας πλησιάζει ένα τεράστιο χέρι που αργά ή γρήγορα,
αφού μας άρπαζε όλους μαζί με μια εύστοχη κίνηση, μας έκλεινε σε μια χούφτα που
δε θα ξανάνοιγε ποτέ. Είχαμε από τώρα αυτό το αίσθημα της ασφυξίας,
της έλλειψης οξυγόνου.
Άκουσα το ρολόι της
εκκλησίας να κτυπά δώδεκα φορές. Μεσάνυχτα. Θα μπορούσα να βγω για
λίγο,αφού η γειτονιά μάντευα θα ήταν έρημη τώρα σ’ αυτόν τον απομακρυσμένο
τόπο. Συχνά είχα την εντύπωση πως ήμουν περισσότερο ασφαλής έξω παρά μέσα στο
υπόγειο διαμερισματάκι. Δεν διακινδύνευα όμως να εκτεθώ, δηλαδή να αποκαλύψω
έστω στο σκοτάδι, στην παγωμένη ατμόσφαιρα, στα δέντρα κατά μήκος του
χωματόδρομου, στα ζώα που αργοκινιόνταν κάπου μακριά , -ή κοντά, πώς να το
ξέρω;- το πρόσωπό μου: ένα πρόσωπο σφιγμένο από την αγωνία, ένα προσωπείο πόνου
και αμφιβολίας, μία μάσκα η οποία θα ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη αν λέγαμε ότι
παρουσιάζει ένα ερωτηματικό.
Συνήθως μιλούσα πολύ. Μού άρεσε να αναλύω τα πράγματα και να
πλησιάζω από διαφορετικές παραμέτρους γεγονότα και καταστάσεις. Έτσι μου
κόλλησαν το παρατσούκλι «Dixit». Τις αντιρρήσεις μου εξέφραζα με σχετικό πάθος·
ποτέ σ’ αυτά τα παιχνίδια δεν ξέρεις τι κατά βάθος πιστεύει ο άλλος, ακόμη κι
αν είναι πραγματικός συναγωνιστής. Αποφεύγω να χρησιμοποιήσω άλλες λέξεις, όπως
και τότε δεν κατέφευγα ποτέ σε χαρακτηρισμούς.Τότε.Δεν υπήρχε τίποτα
περισσότερο σχετικό από τον χρόνο και βέβαια εννοώ την αίσθηση του προσωρινού.
Το παρελθόν έτσι κι αλλιώς υπήρχε πάντα, αφού κάθε δευτερόλεπτο ήταν
καταδικασμένο αφού φύγει, να επιστρέψει αν και ποτέ το ίδιο. Εκείνη την εποχή
συνάντησα την Μύρτα. Για την ακρίβεια τότε γίναμε φίλες , αν και γνωριζόμασταν
από παλιά.
Μου έλεγαν: « Μα πιστεύεις ότι αξίζει κάτι για να του δώσεις τα
πάντα; Κι αν καμιά φορά συμβαίνει να υπάρχουν ιδέες και πράξεις για τις οποίες
η θυσία ( τι ανόητη λέξη!) αποδεικνύει την ευτέλεια του θανάτου, εσύ πώς
μπορείς να ανταποκριθείς σ’ όλ’αυτά με συνέπεια και –κυρίως- δίχως να χάσεις
την ακεραιότητά σου;»
Και βέβαια , λέγοντας «ακεραιότητα» εννοούσαν πίστη.
*
Περνούσε ο καιρός. Τον χειμώνα με κλειστό το παράθυρο τι να δω;
Καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι πίσω από τα παντζούρια, δεν είχα διάθεση για τίποτα.
Άλλοι θα διεκδικούσαν κάποια αναγνώριση, ή θα έκαναν ό,τι έκαναν για το χρήμα.
Στη δική μου περίπτωση η αδιαφορία για τα παραπάνω οδηγούσε σ’ αυτό ακριβώς,
στην επιθυμία να δω να καθρεφτίζεται στο τζάμι ενός από τα παράθυρα που
κοιτούσαν στον δρόμο, κάποια πρόσωπα ( Dixit, Μύρτα, Γιάννης), την ανάγκη να
μιλήσω γι’ αυτά στον Β., στη διεκδίκηση επιτέλους της ρήξης. Τι εννοώ με τη
λέξη ρήξη ; Την απόρριψη ακόμη και
της ιδέας της σύμπτωσης, όσο κι αν ο
μικρός μου κόσμος επιθυμούσε να ταυτιστεί με πράξεις απλές αλλά ηρωικές, όπως η
φυγή, με άλλες περισσότερο βίαιες, όπως η σύγκρουση, με κάποιες ανεξήγητες,
όπως η ανακάλυψη ενός κρυσφήγετου ή η ακούσια προδοσία, με πράξεις δύσκολο να τις εκφράσεις με τον γραπτό λόγο,
όπως η αγάπη για όσα έχουν χαθεί. Κι όμως δεν επρόκειτο για παιχνίδι· όταν
πρωτογνώρισα την Dixit πίστευα πως θα φεύγαμε μαζί· όταν μου μίλησαν για πρώτη
φορά για την Μύρτα πίστευα τίποτε δε θα μ’ έκανε να γυρίσω πίσω· όταν είδα τον
Γιάννη ήμουν σίγουρη πως ποτέ δε θα ξεχνούσα το πρόσωπό του. Το παιχνίδι
μάς γέμισε πλήξη. Όχι, αιτία δεν ήταν η
απουσία έρωτα· προσπάθησα να κρατήσω μέχρι τέλους τα προσχήματα, να σεβαστώ
τους κανόνες.
Η Dixit,( Μύρτα, Γιάννης ), ανοίγει το καθρεφτάκι της· η επανάληψη
σώζει την πραγματικότητα· στο τζάμι, καθώς κρατώ ανοιχτό το δεξί παραθυρόφυλλο,
καθρεφτίζεται το μέλλον για να υπενθυμίσει ότι όλα έχουν γίνει άπειρες φορές,
ότι τίποτε δεν είναι καινούργιο. Ντρέπομαι γι’ αυτή την τάση να επιμένω και το
κυριότερο- να επαναλαμβάνω.
*
Μύρτα: μου αξίζει αυτό το ωραίο όνομα. Ακόμη και την στιγμή που
πηγαίναμε, χλωμοί
από την αγωνία, να
συναντήσουμε τον στόχο πατώντας σε κεραμίδια, σπάζοντας πόρτες
ουρλιάζοντας από την ένταση
και μην αφήνοντας την κραυγή να βγει έξω από την κοιλότητα του φουσκωμένου με
αέρα στόματος της ομάδας, γεννοβολούσα
το σωτήριο πλάσμα που είχα
θαυματουργικά συλλάβει.
Ήμασταν ένα· κρατούσαμε μέσα μας την ορμή, σπάνια αισθανόμασταν
την επιθυμία να δείξουμε στους άλλους ότι η μοναδικότητα της ύπαρξής μας ήταν
υπεύθυνη για όλα, ότι σ’ αυτήν οφείλαμε τις αρχές στις οποίες μάθαμε να
υπακούμε. Ημέρα και νύχτα αποκτούσαν ιδιότητες δύσκολο να τις εκφράσεις
χρησιμοποιώντας λέξεις που υπάρχουν σήμερα.. Η μέρα: μια παρουσία δυσοίωνη, που
όμως είχε φροντίσει να φτιασιδώσει το γερασμένο αν και συχνά περίεργα νεανικό
πρόσωπό της με τα υλικά της μνήμης. Νύχτα: καθόλου δεν αγαπούσα την σύντομη,
μέσα από περάσματα προσωρινά και εξίσου δύσβατα σαν την αιωνιότητα των
παγετώνων, ύπαρξή της. Ήμουν ένα χαρούμενο παιδί, με αρχές και καλές προθέσεις.
Είμαι ένα αισιόδοξο πλάσμα που αμφισβητεί ό,τι απαξιώνει τον ηρωισμό, τη
διάθεση έστω να κινείσαι μασουλώντας με απόλαυση μπαρούτι σαν να’ταν η καλύτερη
ποιότητα καπνού! Είχα προειδοποιήσει την Dixit: «δεν αντέχεις το κυνηγητό, τα
πόδια σου είναι αδύνατα», (απέφυγα τη λέξη στραβά), «για να μπορείς να τρέξεις.
Το νευρικό σου σύστημα φορτώθηκε αφενός μια οικογενειακή απραξία, αφετέρου την
υπερδραστηριότητα της φαμίλιας: ρητορίες και αποσχίσεις, ίντριγκες και
μισόλογα, κλυδωνισμούς και αποστάσεις. Έχεις χάσει την ουσία.»
Εκεί σταματούσαν όλα. Έτσι ξανάρχιζε να φέγγει το πρωινό με τον
αμφισβητούμενο ηρωισμό και τις σαθρές αρχές. Εμείς,- γιατί υπήρχαμε εμείς-,
ήμασταν συνεπείς με τα όνειρα που δε διηγούμασταν νηστικοί. Και όλη αυτή, η
ακατανόητη για πολλούς μυστικοπάθεια, είχε κατορθώσει να μας δέσει ακόμη
περισσότερο, αφού στα μάτια όλων οι αρχές μας φαίνονταν απλώς απαράδεκτες.
*
Ο Β. άναψε πάλι τσιγάρο.
Μια γυναίκα με ψεύτικο πόδι πέρασε πολύ κοντά από την εξώπορτα· έκανε θόρυβο
και μιλώντας δυνατά κάθισε στο σκαλοπάτι τεντώνοντας το ξύλινο μέλος δίχως
έγνια, δίχως στενοχώρια. Ήταν φθινόπωρο· ήμασταν μόνοι. Το ξημέρωμα παρατήρησα
τα πρησμένα μου χείλη: ο πόνος προερχόταν από ένα δόντι, σπασμένο, στο βάθος,
ξεχασμένο. Θέλησα ν’ ανοίξω διάπλατα τα παντζούρια, απότομα, με μια κίνηση, κι
έπειτα να τα ξανακλείσω το ίδιο βίαια και αποφασιστικά. Δεν το έκανα γιατί η
γυναίκα καθόταν ακόμη στο κεφαλόσκαλο κι αυτό σίγουρα θα την έκανε να φύγει.
Σηκώθηκε μετά από λίγο· την είδα να καθρεφτίζεται στο τζάμι, στο κλειστό τζάμι
του παραθυρόφυλλου που βρισκόταν πίσω από το κλειστό παντζούρι, στο εσωτερικό
του δωματίου που ήταν επίσης κλειστό, δίχως άλλο παράθυρο, με μία πορτούλα
δίπλα στο κρεβάτι που εύκολα μπορούσες
να την σπρώξεις και να την κλείσεις αποκλείοντας κάθε διαφυγή. Δεν ήταν
μυστήριο. Δεν ήταν καν παράξενο το γεγονός ότι μια απόκλιση από την καθημερινότητα έφερνε στη
μνήμη εικόνες από ένα μέλλον κυνηγημένο. Δεν ήταν ούτε η δική μου αλήθεια που
έβλεπα να καθρεφτίζεται στην Μύρτα ( Dixit, Γιάννης ), και που όλο αυτό το
διάστημα, κρυμένη όπως ήμουν στην αγκαλιά μιας μνήμης γεμάτης μοχθηρία και άρρωστους
συνειρμούς είχα απορρίψει από ντροπή για την ασυνέπεια.
Ίσως ήταν ένα σημάδι μανίας αυτή η τάση για προδοσία· η Dixit
πίστευε ότι στην τεράστια σκακιέρα της ύπαρξης το να πηγαίνουμε από το ένα
τετραγωνάκι στο άλλο σαν στρατιώτες που δεν οφείλουν να γνωρίζουν και πολλά
πέρα από τις απλουστευμένες κινήσεις τις οποίες επέβαλαν οι κανόνες,
ισοδυναμούσε με ήττα. Γι’ αυτό κάθε φορά
που η Μύρτα άνοιγε το καθρεφτάκι της για
να δει ο Γιάννης ( Dixit ) το πρησμένο του πρόσωπο, τις πληγές γύρω από τα
χείλη, τα ματωμένα μάτια, τα εξογκωμένα μήλα, ήξερε πως το μόνο που δεν θα
ξεχαστεί ποτέ είναι μια μάταιη πράξη.
*
Με κτύπησαν άσχημα. Όταν συνήλθα ήμουν μες στο αίμα, ριγμένος σε
ένα δωμάτιο δίχως φως, δίχως παράθυρα, δίχως πόρτα –όπως νόμιζα. Αυτό ήταν το
πιο τρομαχτικό: η αίσθηση ότι δεν υπάρχει έξοδος, ότι μπορεί και να ήμουν
κτισμένος σ’ έναν χώρο απ΄όπου κάθε δυνατότητα διαφυγής αποκλειόταν.Άνοιξα τα
μάτια αγγίζοντας με το δεξί χέρι το αριστερό μάτι. Δεν το αισθανόμουν , δεν έβλεπα
απ’αυτό και είχα πιστέψει πως το είχα χάσει, πως το αίμα που έβλεπα κάτω,
ανάμικτο με υγρά πηχτά, που κολλούσαν, έρεαν από το δικό μου πονεμένο κορμί.
Όμως σαν πέρασε η θολούρα οι αισθήσεις μου άρχισαν και πάλι να
λειτουργούν,άκουγα τα βήματα απέξω,(υποθέτω υπαλλήλων, ανθρώπων που εργάζονταν
εδώ ), ομιλίες, φώτα που αναβόσβηναν – όπως νόμιζα- , μυρωδιές τις οποίες
σύγκρινα με οσμές σφαγείου, άγγιζα το τσιμέντο ξύνοντας με τα σπασμένα μου
νύχια την βρώμα και ό,τι έφτιαχνε αυτό το στρώμα από ακαθαρσίες.
Δεν μιλούσα και δεν φώναζα καλώντας όσους περνούσαν απέξω για να
ζητήσω ή ρωτήσω κάτι. Σιωπηλός περίμενα , επιστρατεύοντας τη λογική, αυτόν που
θ’ άνοιγε την πόρτα ατάραχος και αποφασισμένος.
Κανείς δεν πέρασε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέρες; Βδομάδες;
Δεν μπορούσα να υπολογίσω τον χρόνο. Εξήνταέξι γεύματα και ίση ποσότητα νερού
με βοήθησαν στο μέτρημα : δύο μήνες και έξι ημέρες εδώ. Δεν ένιωθα τίποτε. Κάθε
φορά που ζαλιζόμουν έπινα μια γουλίτσα νερό και σκεφτόμουν. Πράγματα απλά δίχως
καμία επεξεργασία, πρόσωπα που είχα δει για τελευταία φορά, την τελευταία φορά
πριν βρεθώ εδώ, διασχίζοντας διαδρόμους, μονοπάτια, άλλοτε περπατώντας, άλλοτε
σερνάμενος με τις μύτες μονάχα των παπουτσιών ν’ αγγίζουν το έδαφος. Σώπα
Γιάννη! Το όνομα που σου έδωσαν συμβολίζει κάτι ακραίο.
Ησυχία. Κάποιος περνά απέξω. Κοντοστέκεται, έτσι μου φαίνεται,
μάλλον λάθος κάνω, κουλουριάζομαι και επιτέλους κοιμάμαι.
*
Γυρίζοντας πίσω το κεφάλι καθώς φεύγαμε πάνω σ’ ένα φορτηγάκι (
από κείνα με τους πάγκους πάνω για τους επιβάτες ), είδα τους παλιούς φίλους να
ακολουθούν -έτσι τουλάχιστον νόμιζα- με βήμα σταθερό, ατάραχοι. Δεν ένιωθα πόνο
γι’ αυτόν τον αποχωρισμό ούτε εκείνοι, όπως τους έβλεπα να απομακρύνονται χωρίς
να μιλούν, κάποια συγκίνηση. Όμως ανήκαμε στο κοινό ανθρώπινο είδος που
κουβεντιάζει για να μοιραστεί την αγωνία, ανταλλάσσει απόψεις για να πειστεί
και να πείσει, κρατά στα χέρια ζώα κι ανάμεσα στα πόδια αγαπημένους,
επιστρατεύει την φαντασία για να διαψεύσει και την συναισθηματική πανούκλα για
να απορρίψει. Εξαιτίας του τελευταίου είχα τσακίσει τις αναμνήσεις από το
παρόν· χάρη σ’ αυτήν την ασθένεια, αρρώστεια που οδηγεί σε βέβαιο και
βασανιστικό θάνατο, προτίμησα να συνδιαλέγομαι με όσους έτυχε να γνωρίσω πριν
φύγουν για πάντα, κυνηγημένοι από την σύμπτωση ή μάλλον την ταύτιση με την
πράξη.Είναι τόσο αόριστα όλ’ αυτά! Για να γίνουν πιο συγκεκριμένα πρέπει να
πλησιάσω την Dixit και να της δώσω μια ταυτότητα που σίγουρα δε θα αποδεχθεί
ακόμα κι αν η τύχη της μοιάζει με κείνη
της ηρωίδας του Αντρέγεφ· δε θα διέφερε και πολύ από την μοίρα της Μύρτας
κρεμασμένης στο ίδιο σκοινί από το οποίο θα λικνιζόταν μετά την αποτυχημένη
απόπειρα εναντίον ενός τυράννου ή κάποιων σάπιων ιδεαλιστών. Ο Γιάννης
ταιριάζει περισσότερο στη δική μου πατρίδα· θα μπορούσε να είναι ένα παιδί από
την πολυτάραχη ιστορία της, μια φιγούρα που μέσα στην απόλυτη ηρεμία μιας
ημέρας με ανατολή και φθόνο για την βιαστική δύση, παλεύει με τα λατινικά ρητά
και πέφτει πριν προλάβει να βγάλει το στιλέτο. Δεν είναι πολλοί οι φίλοι μου·
τα πρόσωπα μπλέκονται το ένα με το άλλο δίχως να ανήκουν στο παραμύθι της
συμμαχίας του χρόνου και των χρόνων: εμπνέουν και καιροφυλακτούν ώστε να
προλάβουν τους ήρωες πριν περάσει αστραπιαία το τρένο της μεγάλης μικρής φυγής.
Κάποιες από τις ιστορίες τους μου τις διηγήθηκαν πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια·
άλλες τις είδα το απόβραδο όταν η μυρωδιά του κάμπου νικούσε την ανάσα της
θάλασσας και με οδηγούσε πίσω από το βουνό, στις εικόνες τις οποίες
συγχισμένος ο νους χρεώνει στις
μοναχικές ψυχές. Παρ’όλ’ αυτά, κάτι δε μ’άφηνε να γυρίσω πίσω. Έπρεπε να φέρω
τα κυνηγημένα πλάσματα στην αλήθεια που πάντα αναζητούσαν, ακόμη κι αν το
τίμημα ήταν μεγάλο.Το τίμημα ήταν μεγάλο· δεν επέστρεψαν ποτέ από το μονοπάτι
και την λεωφόρο, τον πεζόδρομο και το αδιέξοδο, την άσφαλτο και το κοκκινόχωμα.
Κάπου εκεί χάθηκαν και τα δικά μας ίχνη. Ο Β. με συντρόφευε θάβοντας την αγωνία
του κοντά στην όχθη του ξεροπόταμου που θάβαμε κάποτε τα σκυλιά μας. Καθόμασταν
καπνίζοντας στον θλιβερό χώρο των υπολειμμάτων βυθίζοντας τα παπούτσια στη
λάσπη που αφήναμε να ξεραθεί, σημάδι
αποχαιρετισμού. Έπειτα, τα χειμωνιάτικα βράδια φίλοι και γνωστοί μας
έβρισκαν απροετοίμαστους για το κυνήγι
και το ψάρεμα που με τόση επιμέλεια ετοίμαζαν. Καθόμασταν άδειοι κι όχι πάντα
σιωπηλοί, ν’ αφουγκραστούμε το ξημέρωμα τα βήματα όσων έφευγαν: δεν ήταν
περίπατοι,μήτε ταξίδια αναψυχής, ούτε καν εκδρομές σε τοποθεσίες κοντινές,
γραφικά χωριά, τοπία με την μαγεία του ανέγγιχτου. Συνοδεύαμε τους κυνηγημένους
μέχρι την έξοδο της πόλης, που μικρή ή μεγάλη, γνωστή ή ασήμαντη, καρπωνόταν το
αποτέλεσμα του αγώνα των φυγάδων. Αργήσαμε να καταλάβουμε πόσο εκείνα τα
πρόσωπα μας έμοιαζαν όχι τόσο για την αποτυχία του σκοπού και την ανωνυμία που
ακολουθεί τις φανταστικές περσόνες
αλλά για την διαρκή αποτυχία του ανθρώπινου είδους να ψαρέψει δίχως φρίκη από
τα στάσιμα νερά μιας πράσινης και δολοπλόκας λίμνης, ένα κουφάρι.
*
Στου Β. κοιμήθηκα παραπάνω από δυο βδομάδες. Έμεινα κάποιες μέρες
στο κατώι δίχως να το ξέρει και το βράδυ της τρίτης ανέβηκα να τον παρακαλέσω
να με κρύψει. Τρομοκρατήθηκε, αλλά δεν είπε όχι. Μείναμε κάμποσο μαζί· καιρό
μετά μού εξομολογήθηκε ότι όταν έβγαινε έξω γύριζε συνέχεια το κεφάλι να δει μή
τυχόν τον παρακολουθούν.
Στο σπίτι διαβάζαμε.Ένα απόγευμα, ζαλισμένοι από τις μυρωδιές της
άνοιξης και ταλαιπωρημένοι συγχρόνως από την υγρασία,( γιατί εδώ και πολύ καιρό
τα βράδια έβρεχε ασταμάτητα), αποφασίσαμε να κατέβουμε στο ποτάμι να
ξεμουδιάσουμε. Σκεφθήκαμε ότι με τον εξοπλισμό του ψαρά θα’ταν δύσκολο να μ’
αναγνωρίσουν. Ο Β. ήταν επαγγελματίας ψαράς. Έμενε στο χωριό χρόνια και γνώριζε
κάθε γωνιά, σε ποιο σημείο η όχθη ήταν σταθερή, πού η λάσπη τραβούσε την
γαλότσα, πού το νερό φούσκωνε απότομα,
στα πόσα μέτρα τα φύκια ξεμπλέκονταν προσφέροντας μια εξαιρετική διαύγεια. Εκεί
βρεθήκαμε με την ελπίδα όχι μόνο να περάσουμε λίγο ευχάριστα, αλλά και να
σκεφτούμε , να προγραμματίσουμε, να προβλέψουμε –όσο αυτό ήταν δυνατό- τις
εξελίξεις. Η βάρκα ίσα ίσα χωρούσε δύο
άτομα, προσπαθούσαμε λοιπόν να μην κάνουμε απότομες κινήσεις, έριχνα σταθερά
και ήρεμα την πετονιά, ο φίλος μου με επιδεξιότητα το καλάμι και περιμέναμε.
Κάποιες πέστροφες τίμησαν το ζεμπίλι μας πολύ πριν σκοτεινιάσει. Μετά χαλαρώσαμε
παρατηρώντας το νερό και τις προδοτικές κινήσεις του ήλιου. Εντέλει βυθίστηκε
πίσω απ’τα βουνά-πολύ μακριά μάς φάνηκε.
Ο Β. άρχισε να λάμνει· δεν ήταν αργά, αλλά αισθάνθηκα πως
ανησυχούσε κάθε φορά που το σκοτάδι γινόταν πυκνότερο. Οι ντόπιοι που
ξεκουράζονταν τα μεσημέρια μετά το ψάρεμα στα αυτοσχέδια καταλύματα της
αριστερής όχθης, είχαν φύγει. Για την δεξιά δεν υπήρχε εκτός από το νερό
πρόσβαση από τη δική μας μεριά· ένα γεφυράκι είχε γκρεμιστεί εδώ και χρόνια.
Έπρεπε να πάει κανείς πρώτα απέναντι ,
να κατέβει μια μεγάλη κατηφόρα, να ακολουθήσει ένα μονοπατάκι μέσα από την πυκνή βλάστηση
-καλαμιές και θάμνους- και να βρεθεί λίγο πιο πάνω από το σημείο που
βρισκόμασταν. Για τους κατοίκους και των
δύο οικισμών, οι οποίοι άλλωστε ένιωθαν ότι ανήκαν σε διαφορετικά χωριά, αυτό
δε δημιουργούσε κανένα πρόβλημα· πάντα κοιτούσαν ο ένας τον άλλο με δυσπιστία.
Ο Β. τραβούσε με δύναμη το κουπί. Καθισμένη απέναντι και μάλλον
αφηρημένη, δεν αντιλήφθηκα αμέσως την προσπάθειά του και κυρίως το ανύπαρκτο
αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας: η βάρκα δεν προχωρούσε. Οι σταγόνες ιδρώτα
στο μέτωπό του και το βλέμμα , ερωτηματικό και αποχαυνωμένο, με έκαναν να
κοιτάξω, χωρίς ταραχή παρόλ’ αυτά, την απόσταση που μας χώριζε από τις δύο
όχθες. Δεν είχαμε μετακινηθεί καθόλου όλο αυτό το διάστημα που ο φίλος μου
έλαμνε δίχως να μιλά, δίχως καν να σχολιάζει αυτό που συνέβαινε.
Βρισκόμασταν ακριβώς στη μέση, σε ίση απόσταση από τις όχθες του
ποταμού. Το νερό που συνήθως κυλούσε με ορμή ιδίως αυτή την ώρα με το
ψιλόβροχο, ήταν ακίνητο, όπως παράλυτα έμοιαζαν τα φυτά στο καταπράσινο υδάτινο
χώρο που τώρα έμοιαζε συμπαγής, σχεδόν στερεοποιημένος. Σκεφτήκαμε μήπως είχε
κολλήσει η άγκυρα. Τον βοήθησα τραβώντας και γω μέχρι πάνω το σκοινί με το
σκουριασμένο σιδερικό. Δεν καταφέραμε τίποτα, βρισκόμασταν πάντοτε στην ίδια
θέση. Το ένα ερωτηματικό ακολουθούσε το άλλο. Ήμασταν ακινητοποιημένοι μέσ’ στο
νερό που μας τριγύριζε σιωπηλό, σκοτεινό. ΄Ω ναι, ακόμη κι αν είχαμε διαβάσει
όλα τα βιβλία, ακόμη κι αν πιστεύαμε σ’ ένα θεό που δεν είχε καταργήσει τα
θαύματα, δε θα αποδεχόμασταν αυτό το φαινόμενο που καθώς ο ήλιος κρυβόταν
ολότελα πια και οι φωνές των συγχωριανών απομακρύνονταν ξέγνιαστες, γινόταν
περισσότερο ξεκάθαρο κι απλό. Καρφωμένοι σ’αυτό το ποταμι ακύμαντη λίμνη
συνεχίζαμε να κωπηλατούμε δίχως να νιώθουμε την παραμικρή κούραση. Ήμασταν
κυνηγημένοι και έπρεπε να ξεφύγουμε. Ο φόβος γιγάντωνε τις δυνάμεις μας, την
επιθυμία να προχωρήσουμε, ν’ αγωνιστούμε ώστε η βάρκα, αυτό το ετοιμόρροπο
ξύλο, να ξεκολλήσει από την κοίτη όπου όπως νομίζαμε η λάσπη και οι θάμνοι το
αιχμαλώτιζαν. Εμείς ήμασταν αιχμάλωτοι των
επιλογών μας. Ο Β. ( Dixit, Γιάννης, Μύρτα) δε φορούσε αδιάβροχο· εδώ
και ώρα είχε βγάλει το καπέλο, τέντωνε τα πόδια πιέζοντας με το πίσω μέρος της
γαλότσας το σάπιο ξύλο της κουπαστής. Δεν κατάφερνε τίποτα και γω έχοντας
απαλλαγεί από σκουφιά και τζάκετ ( Γιάννης, Μύρτα ), έσφιγγα τους καρπούς του
για να βοηθήσω. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Λουσμένοι πια στον ιδρώτα, με τους
κροτάφους να κτυπούν, μετά από λίγο σταματήσαμε. Η απόλυτη ερημιά δεν
παρηγορούσε, τρόμαζε. Κοίταξα γύρω ενώ εκείνος ( Μύρτα, Dixit ), έσκυβε το κεφάλι
αποκαμωμένος. Είχε αφήσει τα κουπιά, αδύναμα άκρα που έτριζαν. Αν έσπαγαν θα
έπρεπε να συνεχίσουμε με τα χέρια. Η γλίτσα από τα φύκια που θύμιζαν καλαμιές
έρμαιο του ανέμου, αγκάλιαζε τη βάρκα.Απέναντι οι τελευταίες φωνές έσβηναν.
Ήμασταν μόνοι. Η Dixit, η Μύρτα, ο Γιάννης, ο Β.και γω βρισκόμασταν στο κέντρο
ενός μικρού κόσμου που το παρόν φώτιζε με την ένταση του απομυθοποιητικού
παρελθόντος. Ήταν το δικό μας παρόν, πάλευε να συγκρατήσει το ένοχο μέλλον
δέσμιο κι αυτό της καταδίωξης, άθλιο όπως φαινόταν, αφού η αλήθεια του παράπαιε
ανάμεσα στις ιδέες των ανθρώπων και το ψεύδος των ίδιων ανθρώπων. Κι αν κανείς
δεν μπορεί να καταλάβει πως εμείς οι δύο, ο Β. και γω, δεχόμασταν στην ψυχή
ό,τι στην σκέψη μάς χώριζε, ένα με τους
άλλους, υπάρχει μια απάντηση καρφωμένη στην άγκυρα αυτού του σκάφους που τώρα
γυρνούσε γύρω από τον εαυτό του, δίχως να προχωρά, στη μέση της θάλασσας που
είχε ξεχυθεί το ποτάμι με μας μαζί, άφωνους και τελικά απαθείς, με το βλέμμα
καρφωμένο στη σιδεριά που ανέβαινε αργά, υπακούοντας στην τελευταία προσπάθεια,
τρίζοντας από το βάρος ενός κορμιού μικρού, αδύνατου και σίγουρα νεανικού,
ελαφρά παραμορφωμένου για την αγάπη του νερού, κυνηγημένου κάποτε, ήρεμου τώρα.
Από τη δυτική ακτή γέλια και έπειτα πυροβολισμοί. Τελειώνει το
κυνήγι.
« Δαλακούρα, ήσυχα!» μουρμούρισε ο Β. Χαμηλόφωνα, αλλά με τόση
οργή, όπως μου φάνηκε, που οι δυο λέξεις έφτασαν στ’ αυτιά μου σαν μουγκρητό.
MΕΘΟΔΟΣ
ΚΟΜΜΑΤΙΑ
( Ραούλ )
Καμιά εποχή δεν είναι ευλογημένη όπως αυτή και κανένας μήνας μες στους όσους της πολύβουης άνοιξης δεν έχει πλουσιότερα χρώματα από τον δεύτερο, τον καταπράσινο· ο αέρας φυσά τρυφερά, το δειλινό αργεί να έρθει όμως με πόση βιάση κρύβεται ο ήλιος υπάκουος στους αυστηρούς του ακολούθους, τα σκοτεινά σύννεφα. Η θάλασσα κυματίζει λιγότερο ασταθής. Στα πεδινά και στις πόλεις η εικόνα παρόμοια: όπου το χαμηλό ύψος το επιτρέπει το φως κάνει έντονη την παρουσία του το πρωί, απομακρύνεται με διάκριση το βράδυ. Οι ήχοι που ακούγονται σκόρπιοι, βαρείς, υπενθυμίζουν την έλλειψη γόνιμου εδάφους, το λίγο χώμα, την άδικη γη .
Οι πεδιάδες είναι αραιοκατοικημενες·οι
πληθυσμοί έχουν μετακινηθεί στο κίτρινο ενός πυκνού, μοναδικού στο παχύ
περιβάλλον του αρώματος που δημιουργεί αχλύ δύσκολο να διασπαστεί.
Βήματα κούφια στις μεγάλες αίθουσες
και θορυβώδη στις μικρές.
Από τα κάδρα όπου φωλιάζουν τοπία ή ζώα ξεχύνονται οάσεις·κάτω
πεταμένα βάγια. Στον τοίχο σκάβουν τρύπες να κρυφτούν η ποικιλία των δυνάμεων,
ο ανθρώπινος πλούτος, οι συλλήψεις.
Την πιο λαμπρή ημέρα διάφορα
αγριολούλουδα και πεθαμένες αποικίες βρύων σχολιάζουν την έκλειψη σάμπως το
φαινόμενο να ανήκει αλλού.
Σε βλέπω να περπατάς στο φαρδύ δρόμο
λίγο μετά το οικοδομικό τετράγωνο με τα εργοστάσια, ερείπια κι αυτά της
μεγαλούπολης. Το βουνό γύρω καλύπτει το γκρίζο · σιγά - σιγά μαυρίζει. Βαδίζεις
αθόρυβα κίτρινος μες στο χλωμό σούρουπο. Η νύχτα ακολουθεί ολόλευκη.
Κι όμως ανοίγοντας τα μάτια
μισοκλείνοντας τα βλέφαρα , περνώντας διαδοχικά από το ημίφως στο θολό του
οποίου αποκλείεται να προσδιορίσεις το βασικό χρώμα, αισθάνομαι τον ίδιο δυνατό
πόνο, απαράλλαχτο με κείνον που ένιωσα χθες· απροσδιόριστο επαναλαμβανόμενο,
σταθερό. Ήταν το ξέσκισμα κάποιων κυτταρων, όχι όσων απασχολούν έναν
επιστήμονα, αλλά των άλλων, των πιο πολύπλοκων και ουσιαστικά αδιάσπαστων.
Οι εξωτερικές εικόνες είχαν εισβάλει με τόση ορμή που η κυριαρχία
τους πετύχαινε το ποθητό αποτέλεσμα.
Πλούτιζε τη φαντασία, παρέλυαν τον νου αφού το μήνυμα δεν το έδιναν οι απολήξεις
των νεύρων μα κάτι άλλο κρυφό, καλά κρυμένο στη φωλιά του.
Κουλουριασμένη στο μονό κρεβάτι· με τη
σύγχιση στα πόδια που κουνιόνται σαν να πλατσουρίζουν σε ρηχά νερά, εντοπισμένη στην κοιλιά εκεί κυρίως.
Αποδιοργανωμένη, τεντωμένη σαν ασκί
που όλο νομίζεις ότι θα σπάσει
σκορπώντας το αηδιαστικό του περιεχόμενο, πιτσιλώντας, λερώνοντας, μολύνοντας.
Μόνη σ’ αυτή την θλιβερή νύχτα όταν το
ρολόι της Εκκλησίας , διαλυμένο από τον χρόνο κτυπά μες στην απόλυτη αδιαφορία
όλων όσων τ’ ακούν, λάθος τις ώρες.
Παγωμένη με τον κίνδυνο να θρυμματιστώ
όπως το κάθε τι υπερβολικά εκτεθειμένο για μέρες και βδομάδες σε χαμηλή θερμοκρασία, αναλογίζομαι πόσα
μονοπάτια έφραξαν από τα σκοίνα πάνω στο Μαυροβούνι αποκλείοντας τους πεζοπόρους.
Στον ουρανό μετά την βροχή στο χαλάζι λίγο πριν την μπόρα το ξημέρωμα
πρόσωπα και μουσούδες σ’ ένα τοπίο πράσινο δίχως ξερά στάχυα και θάμνους.
Καλή
παραμυθία σε ώρα θανάτου το σκυλί μου, το τελευταίο αν και όχι μοναδικό σκυλί μου που δεν
είχε γνωρίσει λιβάδια αλλά μόνον άσφαλτο κι αυτήν δεμένο μαζί μου. Όταν τον
πήρα ο Ρ. ήξερε από δρόμους, άρρωστος,
ταλαιπωρημένος, άθλιος όπως άρχισε τη ζωή μαζί μου έτσι την τελείωσε,
δίχως υγεία, την είχε χάσει την υγειά του ο Ρ. σαν εμένα , εμένα που τον
αγαπούσα.
Όμως όταν κάποτε περπατούσε με ψηλά το
κεφάλι, όταν μύριζε τον αέρα πριν κομματιαστούμε , πριν γίνουμε κι οι δυό από
ένα που’ θελε τόσο να συνταιριαστεί με το άλλο για να σχηματίσει το όμορφο
άχρηστο για πολλούς αντικείμενο που κάποτε υπήρξε, σήκωνε ψηλά το μαλλιαρό
ζαχαρί κεφάλι μυρίζοντας τον αέρα κάπου στα βόρεια· θαρρώ μύριζε προς τα κει
που βρισκόταν κάποτε το σπίτι μου κι ήθελε να τρέξει, να πάει προς τα κει.
Δεν έχει δάση εδώ, δεν έχει την
αγριάδα και την κρυστάλλινη ατμόσφαιρα της εξοχής, εδώ είναι μια συνοικία με
βούρκο, ένα καφετί ρέμα και σιδερικά πεταμένα στις ψηλές τσιμεντένιες όχθες που
γίναν για να προστατεύουν κατοίκους σαν εμάς με χαμηλωμένο βλέμμα, κουρασμένους
τους ώμους , πονεμένο το λαιμό.
Είχα στην αγκαλιά το σκυλί μου, το
ασθενικό χτυπημένο από την αρρώστεια σκυλί μου και το κοιτούσα στα μάτια σαν το
ξάπλωνα τι αναστεναγμός τι βόγγος τι κραυγή ίσαμε τον ανοιχτό ουρανό που παρ’
όλ’ αυτά δεν ήθελα να πρασινίσει δεν ήθελα ν’ αποκτήσει το γαλάζιο της θάλασσας
πριν την δω να καθρεφτίζεται στα δικά του.
Μόνη κοντά στη λεωφόρο αρχή της
άνοιξης παγωνιά κι εγώ κρύα έχοντας τόσο αγαπήσει τον σκύλο με την αίσθηση της
ζωής στα ασπρουλιάρικα πανιασμένα από την υγρασία δάκτυλα.
Περπατώ η ανάμνηση της απώλειας περνά
όμοια αστραπή από τον Καιρό· περπατώ σε πλακόστρωτο, στρογγυλές ανόμοιες πέτρες
λακούβες, μαργαρίτες φυτρώνουν σε φυσικά παρτέρια από τη μια και την άλλη
πλευρά, λίγες παπαρούνες , ήχοι συριστικοί. Μικροί δρόμοι νεκροί. Στο βάθος χτύπημα από σφυρί
πιο πέρα η θάλασσα ο νότος το νοτιότερο σημείο
της γης.
(Κι όμως πάντα θα κτίζονται σπίτια και
θα φτιάχνονται τάφοι, μου λέει, ο δικός του είναι μακριά , είναι πολύ μακριά
αυτή τη στιγμή.Θα βρεις κάποια Κυρία στο δρόμο να δώσεις παλιά άχρηστα ρούχα
αρβύλες χρήσιμες μόνο σε πιο φτωχούς από μας, σ’ ανθρώπους κουβαριασμένους
στοιβαγμένους σε υπαίθριους χώρους με
φωνές πνιχτές .)
Ά, είναι όλα ακατανόητα. Η Ευρώπη
ξεθώριασε, οι ήπειροι τιτιβίζουν, ο ήλιος ο καφτός αέρας έρχεται απ’ τον βορρά
τούτη τη φορά, η μυρωδιά είναι πηχτή σάμπως ένα τεράστιο σύννεφο πηγμένο αίμα
να σκορπά καθώς διαλύεται από το άκακο δροσερό αεράκι σταγόνες μαύρες κόκκινες
ροζ στις σκεπές, στους περαστικούς.
Ώχ πόνος- γυμνοί διαβάτες επισκέπτες
μόνιμοι κάτοικοι, άνθρωποι που έρχονται για δουλειά ή ανάπαυση ζητούν
σηκώνοντας ψηλά το κεφάλι καινούργια
ρούχα σκίζουν τα παλιά καταστρέφουν τα κουρέλια που επίμονα ξαναζητούν κι ας
είναι λεκιασμένα από την μπόρα βρώμικα,
ίδια τα χέρια που ψηλαφούν τους τοίχους και τα μεγάλα πέτρινα σκαλοπάτια.
Ούτε δυό σκαλιά δεν μπορούσε ν’ ανέβει
το σκυλί μου το άρρωστο με κοίταζε στα μάτια, δεν έκανε θόρυβο δεν γάβγιζε, δεν
μπορούσε, το’ παιρνα στα χέρια τέντωνε τα μπροστινά πόδια, κρατούσα γερά απ’
τις μασχάλες δεν διαμαρτυρόταν, ένιωθα την καρδιά του να κτυπά παντού, η
άρρωστη καρδιά του είχε σκορπίσει χτυπόυσε σ’ ολόκληρο το κορμί, ο σφυγμός μου
όταν τον κουβαλούσα με το δεξί χέρι συντονιζόταν με τον χτύπο αυτής της καρδιάς
της άρρωστης καρδιάς που τον είχε κάνει τόσο ελαφρύ για να μπορώ να τον σηκώνω
με το δεξί χέρι.
Τον ακουμπούσα κάτω τον ξάπλωνα με
ορθωμένη την σγουρή τρίχα ανακατωμένη, ξεχτένιστη, γαριασμένη ίδια τζίβα
αδύνατο να χτενιστεί δίχως να τον πονέσω δεν ήθελα δεν έπρεπε να τον πονέσω γι’
αυτό περνούσα και τα δυό χέρια κάτω από τις μασχάλες τα μπροστινά πόδια που τα
τέντωνε ενώ έσερνε τα άλλα ανήμπορος με το κεφάλι ψηλά τα βράδια στον μικρό
κήπο.
Ο κήπος μιας πολυκατοικίας τεράστιας
και κομψής όσο τεράστιοι και κομψοί είναι η απόγνωση και η γλύκα από το τέλος
που’ρχεται με φροντίδα, αγάπη, τόση στέρηση θεέ μου μες σ’ αυτή την φτώχεια που
θρυμμάτιζε τα τελευταία χρόνια τους παλμούς
μιας σειράς από καρδιές.
Το κεφάλι ψηλά, το ρύγχος καρφωμένο
νόμιζες στο οξυγόνο στο σώμα της γης που σπαρταρούσε εκεί που κοιμόταν τα
βράδια τις παγωμένες νύχτες· περίμενε τα ζεστά ελπιδοφόρα πρωινά αυτού του
περίεργου χειμώνα. Τα ρουθούνια πάλλονταν το στήθος σφυροκοπούσε υπερκόσμια
αγωνία σιωπηλό το πλάσμα άνοιγε υπάκουα το στόμα τα φάρμακα πόσα φάρμακα μήνες
έναν χρόνο που χτυπούσε με τη βαριά
άλλοτε τιτιβίζοντας η άρρωστη καρδιά .
Η
πολυκατοικία ψηλή ο κήπος τόσος δα δίχως χώμα από μια γωνιά που δεν έχει
μπαλκόνι βλέπω ουρανό βλέπω τ’ αστέρια·
το καλοκαίρι είναι όμορφο σκοτεινά στον κήπο που δεν μας ανήκει η καρδιά χτυπά
εκεί ξαπλώνει μες στην παγωνιά τον παίρνω στα χέρια τον φέρνω μέσα είναι ο
σκύλος μου ο Ρ., μένει μαζί μας ίσως να μην του άρεσε εδώ αν μπορούσε να
διαλέξει θα έλεγε «εκεί» δείχοντας με το κεφάλι πλαισιωμένο από τις ξανθές
μπούκλες πιο βόρεια, πιο μακριά κι απ’ το σπίτι που κατοικούσα παιδί, νέα.
Τώρα τυλιγμένος στο λευκό σεντόνι.
Η πολυκατοικία ορθώνεται πάνω απ’ το
ρέμα. Η κοίτη του ξεροπόταμου κοντά στη λεωφόρο βαθιά, μετά κάνει μια κλίση το
έδαφος, ρηχή. Σιδεριές σκουπίδια βρώμα στις καταπράσινες όχθες κι ας νομίζεις ότι πρόκειται για λιβάδι. Εκεί συνάντησα πριν δέκα χρόνια
τον Ρ., ίσα πέρα μια διαδρομή με καμπύλες το παλιό μου σπίτι.
Τίποτα δεν υπάρχει.
Οι ρακοσυλλέκτες θα μάζευαν τα λουριά
του. Τα έθαψα μαζί.
Το δωμάτιο σ’ αυτό το κτίριο το
κρεβάτι μου στο δωμάτιο· όλα τακτικά και σκόρπια.
----
Δε με περιμένει κανείς . Κανείς δεν
περιμένει εμάς πίσω απ’ την πόρτα, έξω στο μικρό κήπο που ανασαίνει ρουφώντας
το οξυγόνο της πόλης. Περπάτησα μέχρι το Κόκκινο Πηγάδι· έκανε ζέστη, τα πόδια
μου πρήστηκαν τα μάτια θόλωσαν τα αυτοκίνητα περνούσαν τόσο γρήγορα, σκόνη και
θόρυβος, άτακτο βάδισμα ως το τσιμεντένιο πεζούλι τα μάρμαρα γύρω σκόρπια όρθια
τοποθετημένα προσεκτικά από τεχνίτες που γνώριζαν καλά τη δουλειά τους,
φωτογραφίες με χαμογελαστά πρόσωπα – τι κάνουν άραγε εδώ; Τους ρώτησε κανείς αν
ήθελαν την φωτογραφία τους στο νεκροταφείο; Γιατί μαζεύτηκαν εδώ τόσοι τάφοι;
Γιατί υπάρχουν τόσοι νεκροί; Γιατί να μην βρίσκεται εδώ μια λίμνη και να μην
ροδίζει πέρα ο ορίζοντας με τις χαμηλές οροσειρές, τα παλιά σπίτια σαν πύργους,
τα κτήματα με όλων των ειδών τα ζώα;
Με κοιτάζουν χαμογελαστοί είναι
κακόγουστοι σχεδόν ανόητοι βλάκες οι πεθαμένοι που εμπιστεύθηκαν ό,τι πιο
πολύτιμο έχει ο άνθρωπος –το θάνατό του- στα χέρια των άλλων στη διάθεση των
άλλων.
Μόνοι οι ηλίθιοι που επέτρεψαν τη
βεβήλωση των αγαπημένων τους. Ώπα ! περνά ένα σκυλί. Προσεύχομαι να σηκώσει το πόδι να κατουρήσει στον πρώτο
τον δεύτερο σ’ όλους τους τάφους που θα περάσει στον μεσημεριάτικο περίπατό του
ώσπου να βρει σκιά λίγη ευεργετική πράσινη σκιά σ’ αυτή τη μικρή άσπρη πολιτεία
της στεγνής δίχως φτύσιμο φθίσης.
Θε μου αίμα στο κέντρο της πλατείας
πολύχρωμο κάλυμμα –αυτό βλέπω εγώ παρέα με τις χωριάτισες που θρηνούν ή απλώς
κραυγάζουν αργοπορώντας την πομπή πριν τη λήξη της ιεροτελεστίας.
Παράξενα όλα παράξενα. Οι σωροί τα
σκουπίδια πλημμυρίζουν τους δρόμους· άσκημη μυρωδιά σκάψιμο μνήμης ξεχύλισμα υγρών άχρωμη μνήμη
πορεία σκάψιμο τρία αδέσποτα κουτάβια με φθαρμένα περιλαίμια σιγανό περπάτημα
«δεν περιμένω τίποτα Μαρία» δεν περιμένω κάτι τόσο καλό που να με κάνει να ξεχάσω
τα λίγα τα λίγα περασμένα τα λίγα περασμένα χρόνια πριν πριν έρθω πριν έρθω
εδώ. Γεννήθηκα στην Αθήνα.
Όμως προς τα πάνω, βόρεια, όχι στο
κέντρο ούτε στο νότο όπου κάποια βαθιά ηρεμία θα στέγνωνε τα δάκρυα. Στον νότο,
εκεί ,ανατολικά όλα βράζουν η σάρκα και το περίβλημά της όταν δεν κολλά πάνω
στα κόκαλα φουσκώνει και πρήζεται σαν κάτι το περίεργο που θέλει να πεταχτεί
έξω για να γνωρίσει να μαντέψει και να υποκύψει.
Όλα τελειώνουν. Όλα θα τελείωσουν μες
στο γλυκό συναπάντημα της ανθρώπινης όσο μικρής κι αν είναι ψυχής και των
άλλων· αποκαλύπτονται και νεκρά άφθαρτα τα όντα.
Ναι, μου’ χε γράψει σ’ ένα σκισμένο
χαρτί, σ’ ένα κομμάτι σκισμένο χαρτί που βρήκα πάνω στο τραπέζι, στο τραπέζι
της κουζίνας ένα παλιό τραπέζι στη μικρή
παλιά αν και φωτεινή κουζίνα αυτού του παράξενου παλιού σκονισμένου σπιτιού. Αποδεικνύονται όντα αναλλοίωτα και νεκρά·
άθικτα όντα και νεκρά έγραφε στο
κουρελιασμένο χαρτί ο Β.· το’χε αφήσει για μένα.
Ένα παιδί με προσπερνά. Με χαμηλωμένο
το κεφάλι ξάφνου γυρίζει ρίχνει μια ματιά. Έχει ανοιχτόχρωμα μάτια δεν είναι
τρομαχτικό αυτό έχει βλέμμα που σκοτεινιάζει χαρακτηριστικά που κινούνται αργά
θυμίζοντας ποτάμι μύτη γαμψή είναι ένα παιδί που ανήκει σ’ αυτόν τον κόσμο και
αποζητά μες στο απέραντο σκοτάδι την έκλειψή του. Περπατώ δίπλα του. Το φεγγάρι
βρίσκεται ψηλά. Μας φωτίζει. Βαδίζουμε αργά με τον Β. Κινούμαστε αναποφάσιστα,
διστακτικά. Κάτω χώμα. Λίγο πιο πέρα από την άσφαλτο σ’ αυτή την συνοικία υπάρχει
χώμα. Λάσπη. Περιοδεύουμε σαν τον Πέτρο. Είμαστε απόστολοι. Να, λίγο πιο κάτω,
ανάμεσα Λύδδας και Σάρωνος , «Αινέα ,
σήκω και στρώσε το κρεβάτι σου». Κι ο Παράλυτος θ’ αφήσει το στρώμα του και
θα σηκωθεί. Στην Ιόππη αρκεί «Ταβιθά
ανάστηθι» για να σηκωθεί η δορκάς ν’ ανοίξει τα μάτια και να μας
κοιτάξει.Ανακαλύπτουμε όντα άφθαρτα στο πέρασμα του χρόνου αν και νεκρά. Συναντάμε ό,τι αποδείχτηκε πεπερασμένο ανέτοιμοι για
το θαύμα Ένα παιδί. Άγνωστη ηλικία,
άγραφη η αιτία, το κίνητρο – δεν υπάρχει για ένα παιδί. Προχωρούμε με κόπο.
Κοντοστέκομαι σέρνω τα πόδια βαριά από τον μόχθο.Λείπει- ώι ώι- η μικροσκοπική καρδιά που όταν
παλλόταν είχε τον σκοπό της: ανοχή, εικόνες, γέλια, αναστεναγμούς , το κόψιμο
της χάρης σε μικρά περιποιημένα κομμάτια.Τι θέατρο τι ψέμμα τι ανοησία να
θεωρούν το θάνατο συνέχεια της ζωής . Όχι ηλίθιοι ώχου η κουταμάρα η
τρυφηλότητά σας η μαλακία που βαπτίστηκε εξορία , λάθος!
Στεκόμαστε εκεί. Είμαστε εκεί ο Β. και γω. Άπνοοι από τον τρόμο της ίασης, τη
μουτζούρα στους λευκούς τοίχους της Ιεριχούς που ένα σάλπισμα αρκεί για να
πέσουν. Περπάτησα εκει. Τώρα εδώ πιο μόνη κι από μια βρισιά δίχως αντίκρισμα.
Συμπαντικά έρημοι οι διαβάτες στις μικρές συνοικίες της Αθήνας, πιο
απελπισμένοι από τους άλλους έξω στις απομακρυσμένες γειτονιές με τα σκοτεινά
μπαρ και τη μυρωδιά μούχλας στα καφενεία. Άδειες καφετέριες. Ανύπαρκτα σινεμά
μακρινά γαβγίσματα σκυλιών φαλακρά κεφάλια χείλη όμορφα φορέματα ναι σήμερα
όμορφα φορέματα κάτω από ξανθά κοκκινόξανθα μαλλιά. Μια μικρή ζωή που δε θ’
ακολουθήσουν όσοι έφυγαν νωρίς ή μάλλον πιο αργά από τους υπόλοιπους.
Ανασηκώνω τα μάτια. Ένα παιδί περνά
αδιάφορο. Η πορεία προς τον βορρά περισσότερο δύσκολη από την άλλη, στο νότο. Ο
ήλιος κρύβεται. Δίπλα στο ποτάμι με τη βαθειά στεγνή κοίτη τις κοτρώνες και τα
παλιοσίδερα τις άδειες σακούλες από τσιμέντο, το μπετόν αστράφτει σαν- είναι ο
ήλιος του αποσήμερου και η σκοτεινή παρουσία το βράδυ κάτω από τη γέφυρα.
Αυτοκίνητα μοτοποδήλατα και φορτηγά περνούν αργά.
Λίγα μέτρα παρακάτω είναι θαμένος ο Ρ.
Σε μια πράσινη γωνιά που δειλά- δειλά άνθιζε τον Μάρτη και τώρα με πανύψηλο
χόρτο· κρύβονται οι μεγάλες πέτρες. Τις πέτρες τις σκεπάζει το χορτάρι. Το
χορτάρι χαїδεύουν τα αγριολούλουδα. Τα αγριολούλουδα πνίγουν οι θάμνοι. Μεσ’
απ’ τους θάμνους οι τσουκνίδες επιτίθενται όταν την άνοιξη το καλοκαίρι τις
όμορφες χειμωνιάτικες μέρες το ηλιόλουστο φθινόπωρο θα περνώ από κει. Για ένα
«γεια». Για μια βόλτα με το σαπισμένο λουρί· το κολάρο ανοιχτό απ’ τη μια μεριά
για ν ’ανασαίνει καλύτερα. Το κολάρο κομένο χαλαρό το κολάρο το φορώ εγώ.
Σκοτάδι. Προβολείς από τη λεωφόρο.
Αυτοκίνητα με αναμένα τα δυνατά κατηφορίζουν τον χωματόδρομο.Άλλοι ανεβαίνουν
με βήμα γρήγορο,αποφασιστικό. Είναι αυτοί που κατοικούν σ’ αυτή τη βαθουλωμένη
συνοικία ένα επίπεδο πιο κάτω από την επιφάνεια του δρόμου που οδηγεί στη
βόρεια μικρή περιοχή της παιδικής
ηλικίας. Η πονηρή βροχή περνούσε μέσα
από τα κεραμίδια και μούσκευε το πατάρι, ύγραινε τα παλιά περιοδικά, τα
πολύχρωμα βιβλία τις ξεκοιλιασμένες πάνινες κούκλες. Όλα κρυμένα για να
γλιτώσουν από την περιφερόμενη οργή το μίσος που ξέσπαγε για να υποδουλώσει ,
τοποθετώντας τον μικρό άνθρωπο με τα υπόλοιπα αντικείμενα. Τι δύσκολο να
γράψεις δίχως να χρησιμοποιείς επίθετα , παραλείποντας τα επιφωνήματα. Τι
σκληρή που είναι η μνήμη· δίχως οίκτο
σκορπά τη μυρωδιά του κλειστού ντουλαπιού , τρίζει η πορτούλα του κομοδίνου·
πάνω στο μάρμαρο το εικονοστάσι , το στρώμα έκανε κοιλιά το προσκεφάλι είναι
βρεγμένο λατρεμένε ιδρώτα αγαπημένε αρσενικέ ιδρώτα σερνόμαστε κάτω από τον
ήλιο και τη φθορά –επιτέλους!- περπατάμε ακόμη πιο βόρεια ακολουθούμε την
πορεία του φαντάρου που κτυπά τα πόδια στην άσφαλτο τινάζοντας την ταλαιπωρία
από την στολή. Σκόνη. Βρώμα.
Θα ξανάρθει
χλωμός με την πύρινη ρομφαία στο χέρι για να μαζέψει τα αποκαίδια. Το
ροδοκόκκινο πρόσωπο ξεσπά, ακράτητα γέλια αστάφτουν τα δόντια Όλοι είναι ήρεμοι. Ο μεγάλος εκμαυλιστής
χαμηλώνει το κεφάλι. Ρίχνει κλεφτές ματιές αποχωρεί. Δίνει σ’ άλλον τη θέση του
και κείνος διπλώνοντας τις φτερούγες σκύβει για να μαζέψει τα αποτσίγαρα και να
μυρίσει το χώμα που κινείται απλώνεται παίρνει ένα χρώμα λευκό σταχτί
εναλλάσσεται με ένα υλικό ασβεστώδες θεραπευτικό κολλά στα ρούχα και στις
βλεφαρίδες αμετακίνητο σταθερό μες στη βοή που σιγά- σιγά σβήνει. Ωχ
πορεία διαδρομή. Αμετακίνητος. Ξεφεύγει
με μια κραυγή που άλλη σαν αυτή δεν
υπάρχει . Πηδά από πέτρα σε πέτρα.
Έχει ξεφύγει.
Περιμένει έξω
Αμετακίνητος έξω
περιμένει
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Περπατούσε με χαμηλωμένα τα μάτια περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι σ’ ένα δρόμο στο κέντρο της
πρωτεύουσας ακούγοντας τις φωνές των περαστικών, πότε δυνατές πότε σαν ψίθυροι
και τις φθαρμένες πλάκες του δρόμου να
στενάζουν- τι περίεργες οιμωγές!
Κατέβαινε συχνά στο κέντρο, δεν ήθελε να μένει στο σπίτι , τους
είχαν πετάξει με τη βία οι αναμνήσεις που ήταν συγχρόνως και παρόν, σχεδόν
πάντα παρόν ξεδιάντροπα ζευγαρωμένο με
ήχους , περισσότερο ήχους παρά εικόνες.
Έτσι, αποφεύγοντας το βλέμμα του χρόνου που διέκρινε στο πρόσωπο
ενός ηλικιωμένου περαστικού, (γιατί ακόμη και οι πιο αφηρημένες έννοιες
προσωποποιούνται), προσπαθούσε να διακρίνει μέσα από την έκφραση κάθε διαβάτη
το συναίσθημα μόνο, το βάθος των αισθημάτων.
Γιατί όλα μοιάζουν τόσο μακρινά όταν μιλάμε για θάνατο; Ποιος
είναι ο λόγος που η βίαιη επαναφορά δεν
είναι δυνατόν να περιγραφεί με τις λέξεις των ανθρώπων ;
Τα σπίτια που παρατηρώ στην οδό Μαυρομματαίων (στα αριστερά,
ανεβαίνοντας από την πλατεία Αιγύπτου), μισοεγκαταλειμένα όσον αφορά στην
εξωτερική τους εμφάνιση, πνιγμένα στο πράσινο των ψηλών φυτών και δέντρων των
εξίσου παρατημένων κήπων τους, δεν είναι οι Πύργοι των παιδικών μου
χρόνων.Είναι μέγαρα που στέγασαν ανθρώπους τώρα νεκρούς, πεθαμένους εξαιτίας
της στενής σχέσης τους με τη φύση και της αξίας που απέδιδαν στην
αδιαφιλονίκητη , σύμφωνα με τους πολλούς, δύναμή της. Τίποτα δε μπορεί την
συγκεκριμένη στιγμή να αποτελέσει την πρόφαση για μια συγνώμη δίχως αντίκρισμα.
Δικαιολογημένη η ζήλεια για το αίσθημα που παρέμεινε σταθερό: κυριαρχεί της
ιδέας του θανάτου γιατί είναι ισχυρότερο από την εικόνα, τόσο εύκολο να φθαρεί,
τόσο συνηθισμένο να επικαλυφθεί από κάποιαν άλλη. Η Μονή του Ακαταλήπτου στην
Πόλη, τα τετραόροφα σπίτια του Πέραν που γνώρισα μέσα από διηγήσεις, ξυπνούν το
μουρμουρητό του νερού του Ιλισσού που κελαρύζει στο υδραγωγείο του Ουάλεντος.
Όλα άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους για έναν και μόνο λόγο: είναι πεθαμένα.
Η πορεία σ’ ένα δρόμο της πρωτεύουσας επιβεβαιώνει την σημασία του
παράγοντα τύχη. Αν εγώ βλέπω αυτά για τα οποία θα γράψω κάποτε , δεν σημαίνει
ότι και οι υπόλοιποι θα έχουν την ευκαιρία, ζώντας, να θυμηθούν. Η δική μου θέση είναι ιδιαίτερα δυσμενής, αφού μέσα από
την εικόνα, αν δεν είσαι τυφλός, αναπαρίσταται μια υποκειμενική πραγματικότητα
η οποία γεννά τη συγκίνηση. Οι άλλοι, -ώ, οι άλλοι-, δεν έχουν ανάγκη αυτήν τη
μεταμόρφωση. Με σάρκα και οστά προσεγγίζουν το παρελθόν βουβοί, άφωνοι από την
εύνοια του παρόντος.
Γρήγορα, όσο και αργά, βασανιστικά αργά, περνά ο καιρός. Οι ήχοι
αντικαθιστούν το αντεστραμμένο είδωλο
που σχηματίζεται στον ακίνητο τοίχο –χώρισμα · στη μία πλευρά της
κάμαρας στοιβαγμένη η σοδειά της καλής εποχής, στην άλλη συνέρχεται ο Προμηθέας
σφίγγοντας την πληγή του.
Ανεβαίνω στο λεωφορείο για να φτάσω γρήγορα στο Δρόμο. Βαδίζω με
χαμηλωμένο το κεφάλι, αλλά αυτό δε με εμποδίζει να δω τον ζητιάνο ακριβώς
απέναντι, στο πεζούλι του πάρκου, στηριγμένο στην προεξοχή από τσιμέντο,
δαρμένο και γδαρμένο από την ορθοστασία και τον ήλιο ο οποίος, μέσα από τα θολά
σύννεφα στέλνει δυνατές, σταθερές μέσα
στην δίχως έλεος εξουσία τους, ακτίνες. Έχει δημιουργηθεί μία ομίχλη και αυτό
με κάνει να απορώ: κάτω από το φως μιας λαμπρής μέρας που διαδέχτηκε κάποιο
σκοτάδι φτιάχτηκε ο άνθρωπος ο οποίος ακίνητος τώρα, δίχως στόμα και άκρα
εκλιπαρεί για την καλή διάθεση όσων τσακίζονται στις φθαρμένες πλάκες του
κακοφτιαγμένου πεζοδρομίου , γεμάτου λακούβες και χώμα. Οι ρίζες των μικρών
δέντρων αναστατώνουν τις τσιμεντόπλακες , πετάγονται μ’ ένα θόρυβο που με κάνει
να σταματήσω . Οι σκέψεις μου δεν έχουν κανένα νόημα , είναι περιττές και
κυρίως άχρηστες: δεν μπορούν να μου αλλάξουν την κατεύθυνση ούτε να δώσουν στον χρόνο κάποιο χρόνο για ν’
ακολουθήσει μια αντίστροφη πορεία που θα οδηγούσε στην μικρή αλλά βεβαιωμένη αλήθεια.
Γνώριζες κάτι , μικρέ
φιλόσοφε, όσο πρόφτασες να περπατήσεις
τον δρόμο του καινούργιου σπιτιού σου;
Διαισθανόσουν , δάσκαλε, την αξία κάθε περαιωμένης πράξης και το
αποτέλεσμά της μέσα στον αιώνα που ακολούθησε την θυσία κορμιού και
πνεύματος;
Ήξερες, Φιλόλογε, τι σημαίνει ευαγγελισμός και φρόντισες ώστε
εκείνος των δικών σου δασκάλων να αποκτήσει την αίγλη της μεταμόρφωσης μέσα από
την γνώση και μόνον της μοναδικότητας της επιστροφής.
Εγώ δεν έχω καμία αποκρυσταλλωμένη αντίληψη για τα πράγματα των
ανθρώπων , ούτε για την πλέον αξιοπρεπή πράξη τους -το θάνατο: είναι μια κίνηση
προς τα εμπρός στο μεταίχμιο αυτού του περάσματος. Όπως οι περισσότεροι
επεξεργάζομαι λογικά την εμπειρία και η απώλεια ακολουθεί τη δική της πορεία
μέσα στο χρόνο: σιγά -σιγά
ξεθωριάζει.Όμως έτσι φθαρμένο, ό,τι κι αν ήταν αυτό που γνωρίσαμε, σάρκα ή
μέρος του πνεύματος προσιτό στους θνητούς, αποκτά μια αξία αδιαπραγμάτευτη, σχεδόν μυθική.
Κάπου θα καρφώσει το βλέμμα ο περιπατητής, κάτι θα παραπλανήσει
την μνήμη ώστε να βγει από τον κύκλο που παράδοξα σχηματίζει το φως του ήλιου·
τον σημαδεύει σαν προβολέας , είναι ο τιμητής , ευαγγελίζεται την αλλαγή,
παράδοξη όπως όλες οι ανατροπές, καθώς οι δείχτες του ρολογιού κινούνται αργά.
Την αχλύ καμιά φορά συνοδεύει η λάμψη. Ανεβαίνοντας την οδό
Μαυρομματαίων τα πόδια δεν ακουμπούν στη γη, το κεφάλι στέκει όρθιο,
αμετακίνητο στην αρχή, ανασηκώνεται έπειτα ο αυχένας, τα μάτια στον ουρανό
τυφλωμένα από έναν ήλιο του οποίου οι δίχως έλεος ακτίνες ,έχοντας ασκήσει
μια ανήλεη εξουσία, σβήνουν απότομα .
*
Είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε με τον Σ. και η καθυστέρησή του,
γνωρίζοντας πόσο συνεπής ήταν, μας έκανε ν’ ανησυχήσουμε. ΄Ηταν υπερβολική η
έγνια μας μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο: είχε βρεθεί νεκρός από την προηγουμένη
, και το γεγονός ότι το αστυνομικό δελτίο ανέφερε τις συνθήκες του θανάτου του
ως «αδιευκρίνιστες» , απάλλαξε τη θλίψη μας από την αγωνία. Δεν είναι παράδοξο
αυτό· ό,τι είχε συμβεί είχε συμβεί με δική του θέληση, ο σεβασμός στις επιλογές
του όχι μόνον απάλυνε τον πόνο αλλά έδινε και μια ουσιαστική απάντηση στα
ερωτηματικά μας. Βλέποντας το σχεδόν
άσαρκο κορμί του στον πάγκο του νεκροτομείου , συνειδητοποιήσαμε πόσο αβάσταχτο
μπορεί να γίνει ένα φορτίο για κάποιον
αδύναμο να περπατήσει σ’ ένα δρόμο στον οποίο τα τείχη που σιγά σιγά
ορθώνονταν ολόγυρα, τον απέκλειαν .
Παρατήρησα τα αραιά μαλλιά του και το σημάδι από τα γυαλιά στο
πάνω μέρος της μύτης. Τον φαντάστηκα μέσα
στα βιβλία του, χωμένο στα γραπτά του.Έριξα ένα βλέμμα γύρω μου· η
παγωνιά εκείνου του χώρου έκανε περισσότερο έντονη την αντίθεση με την
φθινοπωρινή μέρα που περίμενε έξω. Ο
ήλιος σίγουρα θα ήταν λαμπρός , το εκτυφλωτικό φως –αν σηκώναμε το κεφάλι ψηλά-
θα μας έκανε να κλείσουμε τα μάτια και,
ώσπου να συνέλθουμε από την παροδική τύφλωση, μπροστά μας θα είχαμε μια χρυσή
φωτιά.
Περπατούσε με χαμηλωμένα τα μάτια περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι σ’ ένα δρόμο στο κέντρο της
πρωτεύουσας ακούγοντας τις φωνές των περαστικών (πότε δυνατές πότε σαν ψίθυροι)
και τις φθαρμένες πλάκες του δρόμου να
στενάζουν.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
(ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΘΕΤΑ)
Έπαιρνε την λεωφόρο που
οδηγούσε στο σπίτι από την πίσω μεριά· δεν ήθελε να συναντήσει κανέναν, για την
ακρίβεια δεν ήθελε κανείς να τον δει να μπαινοβγαίνει τις ώρες που επέστρεφε,
σκυφτός, αποκαμωμένος με το βήμα του πάντα γεμάτο ερωτηματικά. Σε κείνο το
σπίτι είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο δίνοντας με επιφύλαξη τα στοιχεία του (όνομα,
επίθετο, αριθμό ταυτότητας ) δίχως να ζητήσει από τη μεριά του καμιά πληροφορία
για τους ιδιοκτήτες. Άλλωστε ήταν λίγοι όσοι είχαν νοικάρηδες σ’ αυτή τη
γειτονιά της οποίας οι κάτοικοι, οι ξένοι
στην πλειοψηφία, δεν είχαν σχέσεις μεταξύ τους. Την ημέρα που πρωτοήρθε μόνο,
κατέβηκε από το ταξί μπροστά στην είσοδο ξεφορτώνοντας βαλίτσες και μπόγους με
το κεφάλι πάντα κάτω δίχως ν’ απευθύνει τον λόγο στα κοριτσάκια που καθόντουσαν
στην σκάλα. Οδηγούσε στον όροφο της επιλογής του, σ’ αυτό το οίκημα με τα
παράθυρα που κοιτούσαν στον δρόμο και τις πόρτες με τις κλειδαριές ακόμη κι αν
οδηγούσαν από το ένα δωμάτιο στο άλλο.
Τα κορίτσια γελούσαν μιλώντας χαμηλόφωνα, συνομωτικά. Σκεφτόταν τι
θα συνέβαινε αν είχε πει στον οδηγό να τον αφήσει λίγο παραπέρα και φορτωνόταν
τα συμπράγκαλα διασχίζοντας το πλάτωμα κάτω από βλέμματα και γλώσσες που δε θα
σταματούσαν να σχολιάζουν. Τα σπίτια βρίσκονταν συγκεντρωμένα σε κείνο ακριβώς
το μέρος της πλατείας που δεν είχε παγκάκια δέντρα ή συντριβάνι, ενώ από την
απέναντι μεριά η λεωφόρος διέσχιζε την συνοικία υπερήφανα και συγχρόνως με
συμπάθεια για όσους καθισμένοι στα πεζούλια παρατηρούσαν τα αυτοκίνητα και τα
λεωφορεία. Τα παιδιά διασκέδαζαν την πλήξη τους όμως δεν του άρεσε η ατμόσφαιρα της φιλίας της
αγέλης· όπως ο χαρακτήρας του τον απέκλειε ακόμη και από μια καλημέρα, έτσι και
η επιφάνεια αυτών των συναισθημάτων πίστευε ότι δεν πρόσφερε τίποτα πέρα από
την ευκαιρία μιας κριτικής.
Οι μικρές είχαν αποκλείσει την είσοδο, δεν υπήρχε πρόσβαση στον
χώρο του· το χειρότερο, δεν έκαναν μια κίνηση καλωσορίσματος, αδιαφόρησαν για
τα πράγματα που έπρεπε να κουβαλήσει μόνος, μετρώντας αρκετά σκαλιά, βογγώντας
από τον κόπο.
Τελικά όταν έφτασε στο διαμέρισμα και του άνοιξαν, κατευθύνθηκε
στο δωμάτιό του όπου έμεινε δίχως να βγει για δυο ολόκληρες μέρες.
Χρησιμοποίησε κάποιες φορές την κοινή τουαλέτα αλλά δεν κατέβηκε την σκάλα ούτε
απηύθυνε το λόγο στους συγκατοίκους μήτε για θέματα πρακτικά. Έτρωγε ή έμεινε
νηστικός; Ίσως κάτι κουβαλούσε μαζί του ίσως δεν έτρωγε τίποτα ή μόνο ξηρούς
καρπούς αφού έτσι ερμήνευαν τον θόρυβο που ακουγόταν από τον χώρο του, ένα
τσάκα-τσούκα σαν να έσπαγε αράπικο φυστίκι. Τα κορίτσια της σκάλας είχαν την
πρωτοκαθεδρία στην παρακολούθηση: στήναν ξεδιάντροπα αυτί όπως διαπίστωσε όταν
ένα απόγευμα βγήκε απότομα από την κάμαρα. Δεν αντέδρασε. Μάλιστα χαμογέλασε
καθώς προσπερνούσε για να κατέβει, αδιαφορώντας για την ταραχή τους. Αυτό την
πρώτη φορά· τις επόμενες οι μικρές έσκασαν στα γέλια, δεν κουνήθηκαν από τη
θέση τους, άπλωσαν τα πόδια για να μην μπορεί τάχα να περάσει σκουντώντας η μία
την άλλη με τον αγκώνα όταν εκείνος εκνευρισμένος προσπαθούσε να περάσει από
πάνω τους προσέχοντας μην τις πατήσει.
Η πόρτα του διαμερίσματος έμενε πάντοτε ανοικτή. Το διώροφο σπίτι
είχε ένα κήπο γύρω γύρω, ήταν ασβεστωμένο αλλά με φθαρμένα τα παντζούρια,
μισοσπασμένη την εξωτερική πόρτα, ξεχαρβαλωμένη και την σιδερένια του κήπου που
σύντομα, κατά τη διαμονή του έσπασε και την έβγαλαν οριστικά· τα σκαλοπάτια έτριζαν και η μυρωδιά από
πετρέλαιο στο χωλ του ισογείου δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα παλαιїκή σαν το
οίκημα αυτό να ανήκε σε μια άλλη εποχή όχι πολύ παλιά, αλλά διαφορετική.
Εκείνος αδιαφορούσε για όλ’ αυτά. Έφευγε πρωί και γυρνούσε με τη
δύση του ήλιου-πιο νωρίς τον χειμώνα,
αργότερα το καλοκαίρι. Κανείς δεν ήξερε πού και αν δούλευε. Ούτε η
σπιτονοικοκυρά ρωτούσε, αν και προσπάθησε στην αρχή να μάθει κάτι γι’αυτόν.
Όταν έλειπε και κλείδωνε και τα παιδιά της γειτονιάς κτυπούσαν την πόρτα για να
ζητήσουν κάτι ή ν’ αναζητήσουν τον συνομήλικο γιό της, άκουγαν μετά από αρκετά
λεπτά σύρσιμο από πόδια στον μακρύ
διάδρομο και έπειτα- απόλυτη σιωπή. Όταν μια φορά ρώτησαν από καθαρή περιέργεια
τι συνέβαινε, γιατί δεν τους άνοιγαν ούτε έπαιρναν έστω μία απάντηση, η κυρά τα
διαβεβαίωσε ότι την συγκεκριμένη ώρα κανείς δεν βρισκόταν στο σπίτι, ο γιος της
ήταν στο μάθημα, ο κύριος έλειπε ως
συνήθως και μάλιστα κείνη τη μέρα είχε γυρίσει αργά.
Μόνο τα κοριτσάκια έμοιαζαν να τον νοιάζονται με έναν τρόπο
περίεργο, θα’ λεγες προσωπικό. Δεν
ζητούσαν τίποτα από τον ίδιο, το κυριότερο δεν τον φοβόντουσαν, κάθονταν στο
κεφαλόσκαλο τώρα περιμένοντας την ώρα, κάθε μέρα κουβεντιάζοντας τα δικά τους
χαμηλόφωνα, σιγογελώντας συνωμοτικά όταν η κυρία τα κοιτούσε καχύποπτα αφού η
ανοιχτή πόρτα ακόμη κι αν δεν προκαλούσε τον πειρασμό να πάρουν κάτι (τι;) δεν
απέκλειε το ενδεχόμενο μιας ανακατωσούρας. Γυρνούσε πάντα σκυφτός και
κουρασμένος (από τι;) συνήθως ώρες ακατάλληλες για παιδιά. Όμως εκείνες που δεν
ήξεραν μήτε τ’ όνομά του αφού είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι αυτό που’ χε δώσει
στην σπιτονοικυρά ήταν ψεύτικο, σκασμένες στα γέλια τον κοίταζαν στα μάτια
δίχως να κατεβάζουν το βλέμμα. Δεν θύμωνε. Η εποχή ήταν δύσκολη και τα πλήθη
που έρχονταν από την επαρχία έψαχναν για στέγη δίχως να έχουν απαιτήσεις, όσο
για τους ιδιοκτήτες των μεγάλων αλλά έτοιμων να σωριαστούν από την έλλειψη
συντήρησης σπιτιών, περίμεναν την ευκαιρία για κάτι παραπάνω ανεχόμενοι την παρουσία
άγνωστων μοναχικών. Δεν ήταν άνθρωποι που ο τρόπος ζωής είχε δυσφημίσει· δεν
επρόκειτο καν για εργάτες αφού ούτε εργοστάσια ή κάποια ζώνη βρίσκονταν σ’ αυτή
την πόλη με το αρχαιοπρεπές όνομα. Ήταν οι περισσότεροι εγγράμματοι,
ανύπαντροι, ταξιδευτές και ταξιδιώτες. Όλα λοιπόν φαίνονταν φυσικά σε όλους.
Μόνο που τους τελευταίους μήνες κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα, ο αέρας
φυσούσε βορειοανατολικός γεμίζοντας τον τόπο ρανίδια με χρώμα απροσδιόριστο,
κοκκινωπό; γκρι; το φύλλωμα των δέντρων, στην πλειοψηφία τους κυπαρίσσια,
άνοιγε προς το λευκό, τα γεράνια κιτρίνιζαν, πολλά ζώα είχαν χαθεί.
Δεν παρατηρούσε τίποτα, δεν είχε προσέξει καμία από αυτές τις
αλλαγές οι οποίες όμως επηρέαζαν βαθιά την καθημερινότητα: διάθεση που
διακρινόταν από μια απάθεια, συναισθήματα που κυμαίνονταν ανάμεσα στην αποδοχή
και την απόρριψη της πραγματικής ζωής.
Μετά τον κατακλυσμό που είχε πλήξει τις δυτικές συνοικίες,
θεομηνία την είχαν πει, με πνιγμένους από την βροχή, πλημμυρισμένα σπίτια,
καταστροφές κάθε είδους, άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα φορτωμένος σακούλες
γεμάτες εφημερίδες. Οι μικρές ήταν σίγουρες γι’ αυτό, ότι δηλαδή επρόκειτο για
φυλλάδες –μερικές μάλιστα με έγχρωμες φωτογραφίες όπως συνηθιζόταν εκείνα τα
χρόνια- πως οι μισοσχισμένοι σάκοι τους οποίους ανέβαζε με κόπο ήταν γεμάτοι
έντυπα, περιοδικά, φυλλάδια, αφίσες, αποκόμματα, συχνά και προγράμματα σινεμά,
που τα στοίβαζε στο δωμάτιό του μάλλον για να τα διαβάσει, να περάσει τις ώρες
που τις Κυριακές ιδίως μοιάζαν ατέλειωτες. Άκουγαν τότε το αδιάκοπο κριτς-
κρατς του φύλλου που σχίζεται, το σχρατς της σελίδας που γυρνά απότομα και τόσο
γρήγορα που θα αναρωτιόταν κάποιος που ήξερε πώς διαβάζεται ακόμη και μια
σελίδα με το ελαφρύ περιεχόμενο αυτών των εντύπων, αν στ’ αλήθεια διάβαζε ή
απλώς ξεφύλλιζε δίχως νόημα ή σκοπό όλ’ αυτά με τα οποία γέμιζε τον χώρο του. «
Ψάχνει για φωτογραφίες! Αυτό είναι!», φώναξε ένα μεσημέρι η μελαχρινή κοπελίτσα
που καθόταν πιο κοντά στην πόρτα. Ήταν ένα κορίτσι απροσδιόριστης ηλικίας,
μικροκαμωμένο, μίζερο, φλύαρο αλλά ιδιαίτερα έξυπνο. Δεν ήξερε ούτε να
συλλαβίσει και έκανε υπολογισμούς με το μυαλό όταν παίζαν κουτσό σαν τέλειωνε
τη δουλειά στο μπακάλικο· μιλούσε
γρήγορα, κουτσομπόλευε και έμενε μόνη, πράγμα σπάνιο για την ηλικία της και την
εποχή. Οι υπόλοιπες συμφώνησαν· έτσι άρχισε γι’ αυτές κι ένα άλλο παιχνίδι, να
προσπαθούν να μαντέψουν ποιον ή μάλλον ποια έψαχνε να βρει στους σωρούς που
συνέχιζε να κουβαλά αδιαμαρτύρητα για την δίχως αποτέλεσμα ταλαιπωρία του ο
πρόωρα γερασμένος κι ανέγγιχτος πια από τον χρόνο άντρας, ενώ στους δικούς τους
ώμους, τους κάποτε κοριτσίστικους, ο καιρός φόρτωνε μέρες εβδομάδες και μήνες
που το βάρος του δεν αντιλαμβάνονταν, ανίκανες να αντιληφθούν τι σημαίνει
ανημπόρια, αδιάφορες για το κλείσιμο της μικρής τους ύπαρξης στο χωλ του
σπιτιού, στο δέσιμο με την σκάλα, στο βύθισμα του κορμιού τους στα σκαλοπάτια
στρογγυλεμένα στις άκρες από την χρήση. Εκείνος ανεβοκατέβαινε αργά αν ήταν
φορτωμένος, σβέλτα αν δεν κρατούσε τίποτα, πάντα ο ίδιος στην εμφάνιση,
κακοντυμένος, άγαρμπος στις κινήσεις, βιαστικός και αγχώδης τα απογεύματα του
καλοκαιριού, παγωμένος ή βρεγμένος τον χειμώνα που έκλεινε την πόρτα του
δωματίου του με ανακούφιση για την απομόνωση
από την κακή προαίρεση της φύσης.
« Τίποτα, όλα είναι τίποτα», τον άκουσαν να λέει ένα απόγευμα του
τρίτου ή τέταρτου φθινόπωρου που βρισκόταν εκεί. Ήταν η πρώτη φορά που
ακουγόταν η φωνή του μέσα σε κείνο το μακρόστενο, ανεσούμπουλο σαν τον ίδιο
δωμάτιο που έβλεπε στον δρόμο απέναντι από την πίσω μεριά της λεωφόρου. Όσοι
κρυφάκουγαν νόμισαν πως απευθυνόταν σε κάποιον τρίτο, αλλά η κοπελίτσα με τα
μαύρα ( έτσι πάντα ντυνόταν ) τους διαβεβαίωσε ότι μιλά στον «εαυτό του», ότι
αφού ο χώρος ήταν πάντα άδειος και
κείνος μόνος, ήταν σίγουρο ότι άρχισε να παραμιλά κι ήταν ίσως καλύτερο γι’
αυτόν να’ χει μια κουβεντούλα με τον «εαυτό του», μακριά από τους ανθρώπους με
τους οποίους έτσι κι αλλιώς δεν είχε καμία σχέση. Αυτό συνεχίστηκε.Τα
κοριτσάκια έπιναν κι έτρωγαν στην σκάλα, κάποια αποκοιμιόντουσαν εκεί, συχνά η
νύχτα τα’βρισκε να μονολογούν επίσης εκφράζοντας την επιθυμία να τον δουν
κάποτε και να μιλήσουν για να καταλάβει (εκείνος) ακόμη κι αν δεν μπορούσαν να
το εκφράσουν με λόγια, μες στην αδυναμία τους να διατυπώσουν τα
αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματά τους της απόρριψης, συμπάθειας, περιέργειας,
κατανόησης, φιλίας και έχθρας προς το πρόσωπό του, την ανάγκη να μάθουν κάτι
περισσότερο για κείνον, να μπουν πάνω απ’ όλα στην κάμαρα που ακόμη και τη μέρα
φωτιζόταν ελάχιστα ενώ τα βράδια βυθιζόταν στο σκοτάδι, αν και είχαν παρατηρήσει
από την χαραμάδα κάποιο δυνατό φως να πέφτει στη μεριά που βρισκόταν –υπέθεταν-
το κρεβάτι και να του κανει συντροφιά καθώς γυρνούσε τις σελίδες από βιβλία
σίγουρα δυσανάγνωστα ή φύλλα από έντυπα εξίσου δύσκολο να κατανοήσουν το
περιεχόμενό τους αν και πολλές φορές κουβαλώντας τα πρόφταιναν να δουν τους
τίτλους δίχως παρ’ολ’ αυτά να βγάλουν και πάλι συμπέρασμα.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν κι είχαν περάσει κιόλας τέσσερα φθινόπωρα
κι έμπαινε ο πέμπτος χειμώνας με βροχές και ψύχρα, ανέβηκε ένα απόγευμα την
σκάλα συντροφιά με μία γυναίκα αποκλείοντας τα σχόλια της σπιτονοικοκυράς
γρήγορα και αποφασιστικά, αφού η κυρία με το ντύσιμο της θρήσκας και το
χαμόγελο της αποφασισμένης έμεινε στον χώρο του πολύ λίγο και τίποτα δεν
ακούστηκε από μέσα, μήτε κουβέντα μήτε σχόλιο ή κάποια εκδήλωση αισθημάτων που
σίγουρα θα έκανε τις μικρές να ξεκαρδιστούν αφού κι οι πιο κουρασμένες από την
ξαγρύπνια και την αναμονή ανασηκώθηκαν σκουντώντας η μία την άλλη,
ανταλλάσσοντας βλέματα συνενοχής σαν να΄ταν αυτές οι μεσάζουσες σ’ αυτήν την
συνάντηση της οποίας το αντικείμενο ή τον ρόλο στην εξέλιξη του παιχνιδιού ήθελαν, συνειδητά
επιθυμούσαν να γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα. Η σύντροφός του ήρθε κι άλλες
φορές· έμενε ελάχιστα και τις νύχτες που ο νοικάρης ήταν πια μόνος το φως
έσβηνε ολότελα, ψυχή δεν ακουγόταν ανάσα δεν έβγαινε από το δωμάτιο με το
παράθυρο πάνω στον δρόμο απ’ όπου ο αχός της λεωφόρου έφτανε σβήνοντας μετά τα
μεσάνυχτα, ανασταίνοντας το ξημέρωμα τη ζωή της γειτονιάς. Περίμεναν κι άλλη
νεροποντή. Μάζευαν λεκάνες και εφημερίδες και άδειαζαν τα σπίτια από
αντικείμενα και έπιπλα που θα βάραινε η
βροχή καταστρέφοντας ό,τι πολύτιμο ή έστω αξίας ήταν μοιραίο να μουλιάσει.
Κρύβονταν στους ορόφους στη μέση των παλιών προσφυγικών σπιτιών, αποφεύγοντας
τα υπόγεια ή τον δεύτερο και τα δώματα
που τα περισσότερα είχαν κτιστεί μάλλον αυθαίρετα αν και τόσο καλόγουστα,
προσεγμένα τα περισσότερα από τους νοικοκύρηδες με την άνεση του εμπόρου και
την εξυπνάδα του μεταπράτη, σπάνιοι στην συνοικία αλλά χρήσιμοι αφού της
πρόσφεραν μια φήμη αντάξια άλλων εποχών. Όταν ένα απόγευμα είχε σκοτεινιάσει
πια για τα καλά και από τα μπουριά της θερμάστρας που νόμιζες ζέσταινε όλη την
συνοικία άρχισε να ανεβαίνει ο καπνός από το πετρέλαιο ή το ξύλο, οι χοντρές
σταγόνες από μια βροχή που ερχόταν δίχως να κάνει αισθητή την παρουσία της
άφησαν αδιάφορους τους περισσότερους ή , τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έδιναν
κουκουλωμένοι στα παπλώματα καθώς συνέχιζαν τις εξίσου αδιάφορες κουβέντες
τους. Ακόμη και τα κορίτσια στην σκάλα είχαν φύγει εκείνο το βράδυ αφήνοντας
στη θέση τους την μελαχρινή με το ρούχο του πένθους όπως έλεγαν γελώντας βουβά
γι’ αυτό που δεν καταλάβαιναν όπως και για όσα νόμιζαν ότι καταλάβαιναν. Και η
βροχή αυτή τη φορά έπεσε με μεγαλύτερη δύναμη, σιωπηλή σχεδόν βουβή σάμπως να
μην υπήρχαν κεραμίδια άσφαλτος χαντάκια πεζούλια προεξοχές γείσα από παράθυρα
που μούσκευαν και σάπιζαν σχεδόν αμέσως αντανακλώντας μες στην βουβή αστραπή που διέσχιζε τον ουρανό τις
σκεπές σπιτιών και παλιόσπιτων, δρόμων στρωμένων και χωματόδρομων με χαλίκι που
πεταγόταν με τόση ορμή που καμιά φορά έφτανε μέχρι το παράθυρο των ισογείων
τρομάζοντας την ησυχία ενοίκων και επισκεπτών. Γιατί είχαν απομείνει κάποιοι
που είχαν έρθει για την απογευματινή επίσκεψη σε σπίτι φιλικό, όπως η κυρία που
είχε ανέβει την σκάλα χαμογελώντας στην κοπελίτσα, μοναχική σαν την ίδια γιατί
σίγουρα επρόκειτο για μια γυναίκα που
ερχόταν για να ζήσει κάποια ανάμνηση σ’ ένα σπίτι που άδειαζε από ανθρώπους και
πράγματα, αντικείμενα και περιστάσεις τις οποίες έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσει
με την σοφία του ζώου όταν απομακρύνεται από την αγέλη ή χάνεται
εγκαταλείποντας με σπαραγμό τον αφέντη. Δεν ήταν η βροχή που είχε απομακρύνει
το ένα από το άλλο, δεν ήταν το νερό που έπεφτε ομαλά αυτή τη φορά στην άδεια
από οχήματα λεωφόρο στα γυμνά από
περαστικούς δρομάκια όπου κάποτε τα σκυλιά γαύγιζαν τους κεραυνούς· ήταν ο
φόβος γι’ αυτό που θα συμβεί και θα σημάνει την αρχή και το τέλος των σπιτιών
με τις κόκκινες σκεπές και όσων φιλοξενούσαν πάνω και κάτω, μέσα και έξω, σε
δωματιάκια και χωλ, κήπους και διαδρόμους κουζίνας που χωρούσαν ακόμη ένα
κρεβάτι. Η επισκέπτρια άνοιξε την πόρτα και κάλεσε το κορίτσι να μπει σ’ ένα
δωμάτιο που νόμιζες δεν είχε δεχθεί ποτέ ανθρώπινη παρουσία. Φωτιζόταν από τις
αστραπές με ορθάνοιχτα τα παράθυρα και την πόρτα που έβγαζε στο μπαλκόνι· το
κρεβάτι ήταν στρωμένο κι οι σωροί από εφημερίδες και περιοδικά τακτοποιημένοι
στο χώρισμα κάτω ακριβώς από το πατάρι· και κείνος ο άνθρωπος σε μια καρέκλα
στη μέση ανάμεσα σε παράθυρο και
μπαλκόνι σιγυρισμένος στον τακτοποιημένο και καθαρό χώρο του κοιτούσε τις
σταγόνες να αραιώνουν καθώς έπεφταν αργά μπροστά από τη λάμπα στον στύλο του
δρόμου που βρισκόταν ακριβώς μπροστά λίγο πιο δεξιά από το παράθυρο.
Ρ Ε Κ Β Ι
Ε Μ
1
πριν φτάσουν σαν ατμός αγγίζοντας τους κροτάφους, το μέτωπο, συχνά
τα χείλη, ξεπηδούσαν από στόματα που είχαν χάσει την ικανότητά τους να μιλούν,
να μασάνε ακόμη και μια εκλεκτή τροφή.
Αυτή η πορεία ήταν το
αποτέλεσμα περισσότερο μιας τόλμης. Περιμένοντας στο ξέφωτο, βλέποντας από
μακριά τα χειμαδιά έρημα από τους προσωρινούς κατοίκους τους, όπως άδειοι ήταν
κι οι δρόμοι, τα μονοπάτια στις πλαγιές των λόφων, ακόμη κι οι πεδιάδες στις
οποίες κάποτε οι γυναίκες κορφολογούσαν τον πρώτο καρπό-πεθύμησα μ’ όλη τη
δύναμη της ψυχής μου να γυρίσω σε σένα. Ακίνητη, σιωπηλή, αφού κανείς δεν μου
απήυθυνε το λόγο, αισθανόμουν εκείνους θαμένους με τα επίγεια στόματα και τα
σάρκινα και σαρκώδη χείλη που κινούνταν μια αργά μια γρήγορα για να προλάβουν
να τα πουν όλα, διέκρινα στο βάθος του ορίζοντα κάτι σαν θάλασσα. Μια ασάλευτη
γραμμή ανοιχτόχρωμη, σταθερή, ενώ πολύ ψηλά η κόκκινη σφαίρα ρουφούσε πίσω τις
ακτίνες που κανείς και τίποτα δεν δεχόταν. Και ο δρόμος μέσα από την γενέθλια
μέρα των Μυρίων Αγγέλων με πήγε στο πάρκο που περιστοιχιζόταν από τσιμεντένιο
φράκτη και φτωχά δέντρα και ήταν τόση η
μιζέρια του, παρόλο που το φως αγωνιζόταν να φτάσει ως εκεί, που πίστεψα ότι
αυτό ήταν η δυστυχία, η επιθυμία να δεις
κάποιον που απομακρύνεται από σένα. Γιατί κάποιος πράγματι είχε χαράξει
τους κορμούς των δέντρων μέχρι να ματώσουν, είχε γράψει στον γκρίζο τοίχο που
με περιέζωνε φτύνοντας σάλιο στην μπογιά του γκράφιτι, λέξεις και φράσεις οι
οποίες μεταμόρφωναν τον τόπο της καρδιάς σε Κόλαση.Κι αυτή η κόλαση, άναρχη
μ’όλους τους κανόνες που ίσχυαν και τους άγραφους νόμους που θέλαν πάντα να
παραβούν εκείνοι μέσα και μακριά από τα κοινά πλάσματα και την ταπεινή ύπαρξή
τους στο μεσοδιάστημα το αδιευκρίνιστο μέχρι την Κρίση, αποτελούσε μία αντίφαση
στη σειρά της τάξης και όσων επεισοδίων την διαδέχονταν.
Πίεζε το συναίσθημα η
αδελφή ψυχή προσδοκώντας την απώλεια.
*
Μερικοί βαδίζουν
κροταλίζοντας τα δάκτυλα, άλλοι βάφουν τα μήλα (τις παρειές ) στέλνοντας πίσω
την ανάμνηση μακρόσυρτων κραυγών : «Ρίααα!», «Νίκηηηη!» Ποιος θα επέμενε,
στολισμένος σαν το πουλί που σε λίγο θα κυνηγήσουν και θα πετροβολήσουν, στην
επανάληψη αυτού του φονικού καλέσματος «Νίκηηηη!», «Μαιρούλαααα!»;
Έπειτα σιωπή. Τα
πρόσωπα εξαφανίζονται, οι σκιές ζωντανεύουν, οι σκονισμένες φιγούρες πετούν από
πάνω τους την περιττή γη αλλά πάντα χώμα, χώμα στο χρώμα της καφετιάς υγρής
μάζα που ρίχνουν αριστερά και δεξιά καθώς τρέχουν με τις βαριές οπλές τους τα
μεγάλα ζώα και τα μικρότερα, παίζοντας μες στους λάκκους που τα άλλα άνοιξαν.
Περιμένουν.Την λάσπη ξεραίνει ο ήλιος. Δεν είναι ακόμη χειμώνας. Ο πάγος θα
λυώσει από την βροχή, από τους κρουνούς που τα ουράνια σώματα θ’ ανοίξουν
επιτρέποντας στην συμπαγή μάζα να σταθεί ή να κυλίσει αν αποκτήσει άλλη μορφή.
Δεν ήρθε η άνοιξη.Όλοι
παραμένουν μακρινοί, στυγνοί, αποφασισμένοι. Στους τοίχους ζει ένας ολόκληρος
κόσμος.Και η μέρα περνά κι ακολουθεί η νύχτα και την νύχτα η νύχτα συνεχίζοντας
την πορεία της δίχως ν’ αποκτά ονόματα, δίχως ν’ αποζητά βαφτίσεις, μισώντας
τους χαρακτηρισμούς. Σ’ αυτούς τους τοίχους η επιφάνεια του ασβέστη χαράζεται
με την ίδια ευκολία που ένα μαχαιράκι βυθίζεται στη ζύμη- τη ζύμη της σάρκας.
Πάνω του τα ακατανόητα ονόματα δε θυμίζουν τίποτε: ούτε πρόσωπα ούτε σύμβολα,
πολύ περισσότερο έννοιες. Έχουν αποτύχει και σ’ αυτό. Αποχωρίζονται τα γήινα
από ντροπή για την προδοσία τους. Τα πάντα γράφονται από χέρια που τρέμουν. Και
όλο αυτό, διαδικασία, καθήκον, τύχη, βυθίζεται στην θάλασσα σαν ζωγραφιά πάνω
σε χαρτί που μουσκεμένο, λυώνει.
Έτσι ένιωσα, κι αυτό
συνέβη την οριστικά τελευταία φορά που είχα περπατήσει μέχρις εκεί, στον τόπο
δίχως όνομα, ότι είχα προδοθεί.
*
Δε θέλω να νοσταλγώ,
αγαπητέ φίλε. Οι αναμνήσεις είναι σαν την ονειροπόληση: συντρίβουν το τώρα,
απομυζούν από την ψυχή ενέργεια και υγεία. Άλλωστε πώς μπορεί να ζεις κάτι
αποκομμένο από την φύση –την φύση σου; Έπλεκα νευρικά τα χέρια σαν κάποιος που
πενθεί και είναι ανίκανος να εκφράσει την θλίψη του έστω μ’ ένα πνιχτό κλάμα.
Κι όλο αυτό το οικοδόμημα ζούσε, ορθωνόταν και κατέρεε στον μικρό δρόμο που
κατοικούσα έχοντας γίνει ένα με το τσιμέντο και την άσφαλτο, έχοντας
υποθηκεύσει τα μάτια μιας παιδικής ηλικίας στα οποία αντικατοπτριζόταν τσιμέντο
και άσφαλτος. Ήταν μεγάλο το χρέος, επέβαλε ξεπούλημα: το βλέμμα καρφωμένο στην
ολική έκλειψη.
Στον ασφαλτοστρωμένο
δρόμο περπατώ για να επιστρέψω, συνοικία που με συνέλαβες πίσω από τα
κυπαρίσσια· ο αέρας τα κάνει να μοιάζουν κωδωνωστάσια ταλαντευόμενα από έναν
κρυφό για τους πολλούς, εκκωφαντικό ήχο.Δεν είσαι μάνα, δεν υπήρξες καλή
μητέρα, παρ’όλ’αυτά από το δωμάτιο με το μοναδικό έπιπλο, το κρεβάτι μου,
μαντεύω το πέρασμα της αόρατης φάλαγγας, παρακολουθώ τον κρότο από το κτύπημα
των ποδιών πάνω στα γεμάτα πίσσα χαλίκια της λεωφόρου. Είμαι πιο κοντά σε
σένα,συνοικία, από κάθε μικρή ή μεγάλη πόλη, από κάθε γκρίζο ή πράσινο τοπίο,
από κάθε χλωμή ή ζωηρή ύπαρξη, από κάθε παραιτημένο ή ακούραστο πολεμιστή ο
οποίος έχει κάνει ήδη τις επιλογές του. Αυτός ακόμη κι αν δεν επιστρέψει θα
δικαιωθεί, εγώ θα μείνω με μια συγγένεια δίχως νόημα αφού τα σώματα έχουν
στραγγίξει και παγωμένα, άδεια από τα ζωτικά συστατικά και τα όργανα επιπλέουν
στον ξεροπόταμό σου, συνοικία, μαζί με τα σκουπίδια και τις μηχανές. Σ’αυτές
τις πλαγιές με τον πηλό έμαθα να πλάθω τα μακρουλά ανθρωπάκια·δεν ξεδιάλεγα
χόρτα, δεν ξεχώριζα το πράσινο από το καλάμι.Στην όχθη μερικά σκυλιά με
κοίταζαν με το βλέμμα του μυστηρίου και του θρησκευάμενου. Οι καμπάνες τα
ξυπνούσαν αλλά πολύ γρήγορα ξανάπεφταν στον ατάραχο ύπνο της εσωτερικής,
ασάλευτης ζωής. Κι όταν η Κλειώ θέλοντας να με κρατήσει μακριά από κει, έκτιζε
στο σπίτι της μια φωλιά γεμάτη αγάπη, η επιθυμία με κρατούσε στο παράθυρο
φτιάχνοντας από τότε τον εξερευνητή κατάσκοπο του μέλλοντος.
Σιωπή τα βράδια.
Κοιμόμουν ελάχιστα την ημέρα. Ο ατελείωτος αιώνας είχε αρχίσει.
*
Συναντηθήκαμε, τυχαία
συναντηθήκαμε κι αν με ρωτήσετε, όσο κι αν επιμείνετε δε θα μπορέσω –όχι γιατί το’χω ξεχάσει, αλλά
επειδή δεν ξέρω- να σας πω πού.
Ανταλλάξαμε μερικές ματιές αλλά δεν μιλήσαμε. Πόσο μπέρδευε ο ένας τον άλλο
νομίζοντας ότι επρόκειτο για κάποιον παιδικό φίλο, χαμένο χρόνια, με
δυσκολοπρόφερτο όνομα. Κι έπειτα, επειδή σε περασα για κείνον, πλησιάσαμε ο
ένας τον άλλο, πάντα τα βράδια. Ε, μπαγάσα, ήθελες να αποκτήσεις διαφορετικό
όνομα από κείνο με το οποίο σε πρωτογνώρισα, μιλώντας στον ενικό τις
προχωρημένες ώρες που το νερό σκοτεινό, σκορπούσε το έρεβος και στη δική μας
καρδιά. Αγαπηθήκαμε πριν απευθύνουμε τη μοιραία λέξη, γιατί συνέχιζα να
παρακολουθώ, να μην αφήνω από μάτια κουρασμένα και βρώμικα- γιατί βρώμικο ήταν
όλο αυτό- την παρουσία σου στον προστατευμένο από τον αέρα τόπο. «Έχει νόημα
αυτή η συγγένεια;» «Κάτι καλό θα βγεί.»
Τίποτα δεν ήταν για
καλό.Η οδύνη γεννούσε οδύνη όσο αναρωτιόμασταν τι θ’ απογίνουμε.
2
Θα προτιμούσα να
σου πω κάποια ουσιαστικά πράγματα γι’
αυτήν την ιστορία αποφεύγοντας τις περιγραφές προσώπων και καταστάσεων. Άλλωστε
τι οφελεί; Εκείνη την άνοιξη θυμάμαι τον εαυτό μου στριμωγμένο σε μια αποβάθρα
να κοιτάζω πέρα από την είσοδο του λιμανιού. Ήταν κλειστό, με δυο γιγάντια
πέτρινα σώματα αριστερά και δεξιά που δεν επέτρεπαν σ’ όσους στέκονταν στην
στεριά να δουν σχεδόν τίποτα πέρα από τον λαιμό που έπνιγαν οι
λιμενοβραχίονες.Απορούσαμε για την επέμβαση στην ήδη επιθετική διάθεση της
φύσης. Ίσως η πρόθεση να προστατευθούν τα μικρότερα σκάφη από τα πελώρια κύματα
του χειμώνα , -παρά μια διοικητική παγαποντιά-, να είχε δημιουργήσει αυτό το
ασφυκτικό δακτυλίδι.Περιμέναμε πολλοί εκεί, όμως ξεχώριζαν τρεις.Οι δύο απ’
αυτούς , καλοντυμένοι και ομιλητικοί, είχαν πιάσει κουβέντα με τον τρίτο,
επιβάτη που σίγουρα θα έτρεχε από τους πρώτους να πιάσει μια καλά προστατευμένη
από τον αέρα θέση στο κατάστρωμα. Επρόκειτο για μια νέα γυναίκα μολονότι το
ντύσιμό της ήταν παλιομοδίτικο και παράταιρο με την εποχή.Οι δυο άντρες της
συντροφιάς, ο πρώτος ώριμος , με έντονα ακανόνιστα χαρακτηριστικά, είχε πιάσει
κουβέντα με τον δεύτερο, ένα μελαχρινό νεαρό ο οποίος γύριζε το κεφάλι δεξιά κι
αριστερά ανήσυχα,σαν να’ψαχνε κάτι.Η κοπέλα καθόταν πάνω στον σάκο της, σιωπηλή
το μεγαλύτερο διάστημα, συμμετέχοντας πού και πού στην συζήτηση. Όταν το πλοίο
έφτασε στο λιμάνι, οι δύο άντρες μάζεψαν τα πράγματά τους, βοήθησαν τη γυναίκα
να περάσει μέσα από το πλήθος που συνωστίζονταν και ανέβηκαν. Έτσι φορτωμένοι
διέσχισαν το γεμάτο από αυτοκίνητα αμπάρι και έφτασαν στη γέφυρα. Είχαν
συμφωνήσει να μείνουν μαζί μέχρι το τέλος του ταξιδιού, ψάχνοντας αργότερα για
μια καλή θέση στο κατάστρωμα.
Παρατηρούσα τα πάντα ,
σχεδόν δίπλα τους, φορτωμένος και γω , αδιάφορος τάχα,με το ένα πόδι στη
θάλασσα και το άλλο στην στεριά, όπως έλεγαν όσοι με ήξεραν. Εκείνο τον καιρό
έκανα άπειρες διαδρομές· τα δρομολόγια των πλοίων άλλαζαν συνέχεια και ήμουν
υποχρεωμένος να ξενυχτώ στις αποβάθρες όχι για να φτάσω στον προορισμό μου
,αλλά για να πετύχω κάποια ανταπόκριση , το καίκι που θα μ’ αφηνε στο πιο
κοντινό νησί. Από κει έπαιρνα κάποιο πλοίο της γραμμής και σε κάμποσες ώρες,
μετά από αναρίθμητα ζιγκ ζαγκ, πετύχαινα τον επόμενο στόχο.Κουβαλούσα πάντα
βιβλία· ήταν η συντροφιά μου, συνήθεια από τα παιδικά χρόνια. Ξένη λογοτεχνία,
κυρίως Ντίκενς: στους ήρωές του έβρισκα
χαρακτήρες των οποίων η ποταπότητα συνδυαζόταν τέλεια με την εποχή μας και
ομολογώ ότι ακόμη και τώρα η σκηνή όπου
δύο αλήτες καταδικάζουν μια εξίσου άθλια ύπαρξη λέγοντας « Στο κάτω κάτω
η ζωή της δεν αξίζει ούτε μία πεντάρα», μου γεννά τα ίδια ερωτηματικά: Υπάρχει άνθρωπος του οποίου η
ζωή δεν αξίζει φράγκο; Κι αυτή η ηθική αντιμετώπιση των ανθρωπίνων πράξεων,
δηλαδή η αδυναμία προσέγγισης των αδύνατων σχέσεων, μπορεί να συγκριθεί με την
επίκτητη ιδιότητα της δύναμης της καταστροφής; Εδώ έχουμε δυο αμφίρροπες
δυνάμεις: τον νου που σταθερά γεννά το καλό και το κακό και το συναίσθημα που
αλλοιώνεται καθώς ο άνθρωπος εγκαταλείπει την βρεφική ηλικία. Τα νεογνά! Η
ανέκφραστη μουσούδα που εκδηλώνει χαρά ή δυσαρέσκεια με γκριμάτσες κάτω από ένα
φαλακρό ή με άτακτη τριχοφυία κρανίο, προετοιμάζει τους συντρόφους για την
πορεία μιας ολόκληρης ζωής..
Κοιτούσα το πίσω μέρος
των κεφαλιών που προπορεύονταν αργά, πνίγοντας το άγχος για τα αποτελέσματα
μιας μη αναμενόμενης αργοπορίας. Προχωρούσαν μες στην πολυχρωμία των ενδυμάτων
και των αποσκευών, των τυρμπάν και των σακιδίων που κρέμονταν από ράχες
πλατιές, στενές, ώμους φαρδείς ή λεπτοκαμωμένους, λαιμούς πιεσμένους από το
βάρος· κάποιοι ήταν δυνατοί και στέρεοι, άλλοι παρέσυραν καθώς έγερναν ολόκληρο
το κορμί σε μια κύφωση προσωρινή και επώδυνη. Αφουγκραζόμουν τους στεναγμούς
και την οδύνη όσων μιλούσαν δίχως να έχουν τίποτα να πουν πέρα από το ταξίδι
που τελείωνε ή ίσως άρχιζε. Μάντευα την ανυπαρξία ίχνους, την εξαφάνιση της
πατημασιάς όταν πατά με όλο το βάρος το μαλακό χώμα.
Είναι δύσκολο να
καταλάβεις, φίλε μου, την προσπάθεια να μείνω κρυμένος. Ό,τι παρατηρούσα,
πλάσμα που ξαναγεννιόταν για να βλέπει καθαρά αυτή τη φορά, δίχως τις λεπτές
μεμβράνες που ορισμένα θηλαστικά έχουν για μια ολόκληρη ζωή μπροστά στα μάτια , μού έδινε τόση ζωντάνια
που η ενέργεια την οποία αποκτούσα κινούσε από μόνη της τα μέλη μου. Έπρεπε να
ανακτήσω τον έλεγχο όπως πριν από λίγο είχα καταφέρει να κερδίσω την εμπιστοσύνη
του εαυτού μου. Όχι, αυτό δεν σήμαινε κάποιον διχασμό. Η παραπάνω επισήμανση
είχε-έχει σχέση με την ανάγκη ν’ αποκοπώ απ’οτιδήποτε κτητικό. Εγώ!τι συχαμένη
αντωνυμία! Αυτή η προσπάθεια αναζωογονούσε μια ύπαρξη δίχως σκοπό και έρμα, ένα
μυαλό κουρασμένο αφού ο κατάσκοπος μιας σχέσης ταχύτατα αναπτυσσόμενης βίωνε
την σύγχρονη αποκάλυψη. Οι καινούργιοι φίλοι συνομιλούσαν αδέξια, η ένταση της
φωνής και οι υψηλοί τόνοι προσπαθούσαν να καλύψουν την αμηχανία: είδωλα κάποτε,
στον καθρέφτη του δικού μου κόσμου,
ζούσαν τώρα έξω απ’ αυτόν.
Με φαρδιές πλάτες ο πρώτος, καλοκαμωμένος και μάλλον υπέρβαρος,
επιβεβαίωνε με την νωχέλειά του πως δεν συνήθιζε την κίνηση. Κατοικούσε σ’ ένα
ισόγειο διαμέρισμα, όπως τον άκουσα να λέει, με πολλά φυτά στο μικρό του
κήπο.Αντιπαθούσε τον ήλιο, μισούσε τη ζέστη.Ξαπλωμένος στην πλαστική καρέκλα,
αδύναμος να συντονίσει μια συζήτηση με αντικείμενο τον προπερασμένο αιώνα,
έδινε μόνος τις απαντήσεις που δεν περίμενε.
Πως να φαντασθείς εμένα
τον πλάνη ο οποίος προσπαθούσε να τοποθετήσει την διαρκώς μετακινούμενη ύπαρξη
στο σημείο από το οποίο πίστευε πως άρχιζε να παρεμβαίνει; Άθελά μου
μουρμούριζα, απαντώντας τάχα, λέξεις, φράσεις ασύνδετες, μεθυσμένες από την
ανάγκη να ανήκουν εκεί όπου η απόσταση ανάμεσα στην κωφότητα και την ίαση της
αναπηρίας μηδενιζόταν.
3
Έπιασε μία από κείνες
τις βροχές τις τόσο συνηθισμένες αυτή την εποχή. Μπόρα με αστραπές φώτιζε τον
ουρανό που σκοτείνιασε και οι θόρυβοι αγρίευαν την ψυχή όσων ταξίδευαν στα λίγο
πριν ήρεμα νερά. Όμως εξαντλημένος από την αϋπνία τόσων ημερών, δίχως να
επηρεαστώ από τον διάχυτο τρόμο των συνταξιδιωτών, αποκοιμήθηκα για αρκετές
ώρες διαγράφοντας ακόμη και από την μνήμη του ύπνου κάθε ανησυχία για την
συνέχεια του ταξιδιού.Ίσως ψεύδομαι που παρουσιάζω τον εαυτό μου αδιάφορο
μπροστά σ’ αυτό το μαρτύριο που σημάδεψε την παιδική ηλικία. Η αϋπνία
επανερχόταν κατά διαστήματα, σταθερά: τότε θυμάμαι εμένα να περιπλανιέμαι είτε
στα ξύλινα κάγκελα ενός μικρού κρεβατιού, είτε σ’ ένα πιο μακρύ και φαρδύ
κρεβάτι· υπάρχει ακόμη στο ίδιο σκιασμένο από ψηλούς θάμνους και λουλούδια
διαμέρισμα, στην ίδια γειτονιά που φύτρωσα την όψιμη νεανική εποχή.
Κι έπειτα πάλι μια
σκιά –για την ακρίβεια σκίαση του οπτικού μου πεδίου- που εκτεινόταν προς τα
πίσω, σε μια μεγάλη έκταση γυμνή δίχως να οριοθετείται από κάποιο εμπόδιο
θεμιτό στη φύση και την ανυπαρξία κανόνων. Αν υπάρχουν, σηματοδοτούν την
πορεία, αν ποτέ δεν υπήρξαν, γεννημένοι απλώς από την ανάγκη να υπακούμε
κάπου είναι η αρχή και το τέλος της
τιμωρίας. Να το παιδί με το διφορούμενο φύλο, αποκτά αργά αλλά σταθερά τα
χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του ενήλικα. Ξεφυλλίζω «Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα»
που παίρνω από τον σωρό. Βαδίζοντας πάνω στη γέφυρα μες στο σκοτάδι που φώτιζαν
ουράνιες λάμψεις, σκόνταψα πάνω στους φίλους μου. Τυλιγμένοι στους υπνόσακκους,
σφίγγοντας στα δάκτυλα, πανιασμένα από την υγρασία, την άκρη του πλαστικού
στρώματος από το οποίο ξεπρόβαλε η ράχη ενός βιβλίου, ονειρεύοντουσαν ή
κοιμόντουσαν με τα μάτια ερμητικά
κλειστά, σφραγισμένα θαρρείς με το μέταλλο της σιγουριάς και της απόστασης.
Κοντά ο ένας στον άλλο, παλιοί γνώριμοι των καλών εποχών, είχαν εξαντλήσει σε
πολύωρη κουβέντα τη θεματολογία των διακοπών, του ταξιδιού, των ταξιδιών και
της συνθήκης. Η φλυαρία τους δεν ήταν εξομολόγηση, ό,τι εμπιστεύονταν αιτία
είχε την αγωνία και ως συνέπεια μια σχέση που μολονότι δεν βασιζόταν στην απάτη
είχε γεννηθεί –ερήμην τους- από αυτήν.
Παρατηρούσα το κορίτσι
ανάμεσα στους βυθισμένους άντρες · ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό, με την εμφάνιση
μιας εξοστρακισμένης από το σήμερα κυρίας, σχεδόν βουβή αλλά τόσο εύγλωττη με
τα μετρημένα σχόλια και τις γενικές παρατηρήσεις της. Δεν μπορώ να προσδιορίσω
τι μού θύμιζε. Δεν στόχευε πουθενά η σύγκριση με το δικό μου όχι ακριβώς
κοκκαλιάρικο αλλά άγαρμπο κορμί, τα λίγα βαριεστημένα λόγια που ξεστόμιζα όταν
αποφάσιζα να μιλήσω, την ποιότητα της θλίψης. Έβρισκα τους άντρες ανίδεους σε
σχέση με τη θηλυκή υπόσταση που κορφολογούσε τους καρπούς των επιλογών της. Η
τάση να ταυτίζομαι με όσους, υποχρεωμένοι από το καθήκον και την
σκληρότητα προχωρούσαν σε θυσίες,
υποχωρούσε για να δώσει τη θέση της στην αποδοχή της άλλης μεριάς, της τάχα
αδύναμης και λουσμένης με τα κατακάθια αισχρών σπιτικών ποτών.Κάρφωνα τα μάτια
στα αποκοιμισμένα σώματα, νόμιζα ότι όλο και πλήθαιναν, ανέμελα ναρκωμένα
διαγράφοντας τροχιές που φώτιζαν τα άλλα σώματα έως ότου εκραγούν από την
ένταση, την (φυσική) ενέργεια και τους νόμους της. Και έτσι εντυπώνοντας
εικόνες και πρόσωπα, απαλλασσόμουν από την υποχρέωση να επέμβω στην
κακοποιημένη ζωγραφιά. Όσα χέρια την είχαν αγγίξει πρόσθεσαν και από μία
αδέξια, βάρβαρη, εκδικητική, παραμορφωτική, με κακή πρόθεση πινελιά για να
χάσει η αναπαράσταση την αυθεντικότητα
και ζωντάνια της.Τρεις άνθρωποι, άγνωστοι πριν από λίγο, κείτονταν στο υγρό
δάπεδο του πλοίου που ακολουθούσε μία σταθερή πορεία. Κοιτούσα συνοφρυωμένος,
μηχανικά συμμετέχοντας σ’ένα παιχνίδι του οποίου οι κανόνες με κρατούσαν απέξω.
Κι αυτός ο όγκος που κλυδωνιζόταν, σκάφος όπως το ονομάζουν πολλοί, συμπαντική
κατασκευή της μάζας των ταχυδρόμων, όπως το λέγαν άλλοι, προχωρούσε μες στο
σκοτάδι μηδενίζοντας κάθε προσδοκία. Έβρεξα, φτύνοντας λίγο σάλιο στα δάκτυλα,
τα θολά από την αλμύρα μάτια μου. Το ίδιο απόγευμα είχα κατέβει τα σκαλιά της
πανσιόν που με φιλοξενούσε για να μπω στο κοινόχρηστο μπάνιο με πετσέτες στο
χέρι και ένα μπουρνούζι γύρω από το λαιμό.Ad plures ire! Έχασα την ισορροπία
βγαίνοντας –εξαιτίας των ατμών και της υπερβολικής για την εποχή θερμοκρασίας-
όμως συνέχισα να μιλώ με την σπιτονοικοκυρά γιατί αυτό αποτελούσε ένα επιπλέον
δείγμα της καλής μου θέλησης, μια άσκηση να επιβληθώ στην κακή διάθεση.
- Πού θα πάτε τώρα; Αισθάνεστε καλύτερα; Πήγαν καλά οι δουλειές;
Έπρεπε να κάνω υπομονή,
ν’ απαντήσω πάνω απ’ όλα καλοπροαίρετα σ’όλες τις ερωτήσεις αντιδρώντας στην
καταιγίδα με την νηφαλιότητα ήλιου που δύει. Κι έπειτα πάλι πάνω στο δωμάτιο με
τα σκουληκάκια να ανεβαίνουν στην κουβέρτα (γκρίζα, λεπτή απ΄την πολύχρονη
χρήση και βέβαια υγρή), να κοιτώ από το παράθυρο ανάμεσα στο κρεβάτι και τον
νιπτήρα, κάτω στον δρόμο την τελετή της Πρόθεσης, τους καλόγερους με την εικόνα
στα χέρια να κτυπούν τις πόρτες για ελεημοσύνη παρασέρνοντας ενοίκους και
περαστικούς στο καρναβάλι των Μορφών και του ψωμιού.
Το ταξίδι είχε
τελειώσει, όμως πίστευα ότι μόλις άρχιζε.
Η Κυρία Ντ. κτύπησε την
πόρτα μ’ ένα ξυράφι – όχι- κτύπησε την πόρτα με το μικρό της χέρι κρατώντας ένα
ξυράφι ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα.
- Μήπως το ξεχάσατε στο μπάνιο; Εσείς το ξεχάσατε;
Όχι δεν χρησιμοποιώ
ξυράφι και μάλιστα σκέτο ξυράφι απ’ αυτά που έβλεπα παλιά να μπαινοβγαίνουν
στις μεταλλικές μηχανές.
- Άλλες εποχές κυρία Ντ.,
είπα πρόσχαρα ρίχνοντας μια τάχα αφηρημένη ματιά στο ρολόι του
προσκέφαλου.Έπρεπε να ετοιμαστώ, έφευγα σε δυο ώρες.Η πόρτα λοιπόν έκλεισε σιγά
–ή εγώ δεν την άκουσα- μολονότι τα βήματα στην σκάλα ήχησαν νευρικά.Δεν ήξερα
αν υπήρχαν και άλλοι ένοικοι.Φανταζόμουν· χρησιμοποιούσα αυτό το όργανο της
άγονης δημιουργίας, τη φαντασία, σκέτη, δίχως συνάφεια με άλλες δυνάμεις
επίγειες και συμβατές. Όμως, κι αυτό δεν συνέβη ξαφνικά, είχα κάποια σημάδια,
δείγματα της μεγάλης αλλαγής που παραμόνευε
καιροφυλακτώντας, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να κάνει αισθητή
την παρουσία, να εγκατασταθεί έπειτα σ’ολόκληρη την ύπαρξη: ένα είδος κούρασης
ανάμικτης με οδύνη που σιγά-σιγά
απλωνόταν στο κορμί. Διαρκούσε πολύ λίγο αυτή η αίσθηση. Κατόπιν ξεσπούσε η
οργή, μπλεκόταν με το τώρα, συγχρονιζόταν με το χθες και το αύριο, με την
εικόνα που έφτιαχνε ο χρόνος. Μεταμορφωνόμουν. Τις ώρες πριν την αναχώρηση το
ανάστημα, τα χαρακτηριστικά, η έκφραση, το βάρος άλλαζαν, γινόμουν μια
γερασμένη ύπαρξη η οποία, καθώς πλημμύριζε από όλα τα κακά προαισθήματα,
ξεχνούσε το όμορφο και το άσχημο. Κι η ψυχή; Η ψυχή,θα αναρωτηθείτε, πώς
αντιδρούσε στόν βιασμό μιας αδιευκρίνιστης φύσης; Απαθής έως ότου αρχίσω να
τρέμω, προσπαθούσα να ελέγξω τις κινήσεις ψάχνοντας για κουράγιο: έπρεπε να
μαζέψω τα πράγματα, να τακτοποιήσω τις αποσκευές και, έχοντας πληρώσει τους
λογαριασμούς από την προηγουμένη, να φύγω διακριτικά, αθόρυβα. Στο λιμάνι
κρυβόμουν. Άλλωστε δεν με αναγνώριζε κανείς· υπερβολικός ο φόβος μου, αφού ήξερα
ότι έπειτα από λίγες ώρες θα άλλαζα πάλι. Όμως το μαρτύριο που συνόδευαν
εκρήξεις σωματικές δεν επαναλαμβανόταν τόσο γρήγορα. Κι αυτό αποτελούσε εύνοια.
Μπορούσα να κυκλοφορώ, μιλώ, έρχομαι σ’ επαφή δίχως κανείς να αναγνωρίζει αυτό
το είδος Δόκτορα Τζέκυλ και Μίστερ Χάїντν .
Έτσι μασκαρεμένος, ως
καλός Δόκτωρ Τζέκυλ του οποίου η παρουσία δε γεννά καμιά αμφιβολία για το ήθος
και κυρίως τις προθέσεις, επέτρεπα στην κλυδωνιζόμενη ύπαρξη να επιστρέφει σε τόπους όπου, όπως πολύ απλά λένε όσοι εκφράζονται με αμεσότητα,
ο χρόνος σταματά. Εάν επρόκειτο για το νερό, τον πιο φιλικό τάφο, η φαντασία
πάλευε για να σχηματίσει όσο γίνεται πιο ζωντανά, την στιγμή που το σώμα
κατάπιναν ρουφήκτρες ή τα τάχα προσιτά και ήρεμα γαλαζοπράσινα νερά· αν ήταν η γη, το χώμα, η
μνήμη κονταροχτυπιόταν με την άρνηση που πήγαζε από το συναίσθημα: πόσοι και
πόσοι φίλοι από παλιά, πόσα αγαπητά πρόσωπα δεν είχαν χαθεί για πάντα καθώς
βυθίζονταν ή κτίζονταν σ’ ένα μικρό μικρό χώρο, φιλόξενο παρ’όλ’αυτά, αν τον
συνέκρινες με τη θλιβερή κλίνη τους. Αλλά εγώ απουσίαζα τότε· εκείνες τις
στιγμές, ή τις άλλες που είχαν προηγηθεί, ίσως είχα ευχηθεί κάτι παρόμοιο
αρπάζοντας στην τύχη κάποια θεїκή ρήση πιστεύοντας –κι ήταν σιγουρα βαθιά αυτή
η πίστη- ότι εγώ και οι υπόλοιποι, οι παρόντες, ήμασταν ανέτοιμοι για ένα
μεγάλης διάρκειας ύπνο. Τι είχα τάχα να φτιάξω; Πού έπρεπε ακόμη να πάω;
Ψαχούλεψα τις τσέπες
του μεγάλου κίτρινου αδιάβροχου για να βρω κάποιο βιβλίο απ’ αυτά που
κουβαλούσα.Έβγαλα με υγρά χέρια τις μουσκεμένες σελίδες ενός μικρού τόμου, μια
φτηνή έκδοση, από κείνες που κυκλοφορούν και συχνά μοιράζονται σαν δώρο από τις
εφημερίδες, α, η βιογραφία του Σπινόζα. Κάποια πράγματα μπορούσα να τα ξεχάσω
εκτός από το συναίσθημα που γεννά η επαφή των χεριών δύο ανθρώπων τελείως
άγνωστων μεταξύ τους.
4
Θα φτάναμε το ξημέρωμα στο επόμενο λιμάνι. Η ψύχρα
γινόταν όλο και πιο έντονη. Περπατούσα κατάμονος στο καράβι που είχε σχεδόν
αδειάσει από τους επιβάτες. Δεν ένιωθα άσχημα. Δεν ένιωθα τίποτα. Τι καλά. Η
βροχή είχε ξεπλύνει το καθετί, όλα μύριζαν βρεγμένο ξύλο και λίγδα από ένα
μαγεριό δίχως πόρτα που άφηνε τους ατμούς και τις μυρουδιές να ξεχύνονται σ’
όλες τις θέσεις. Από κει βγήκες Στάσα, κάπου εκεί κρυβόσουν άργησα τόσο να
καταλάβω τι σήμαινε να τρυπώνεις στο μαγειριό, να ζεις στο πλυσταριό μέρα νύχτα
με τη μυρωδιά από το σαπούνι, τους ατμούς που
ανέβαιναν από τα κάτασπρα σεντόνια καθώς το σίδερο, καφτό, παλιό ή
καινούργιο περπατούσε, έτρεχε πάνω στα υγρά κορμιά τους. Μια ζωή όλ’αυτά. Κι
έπειτα, ένα σαββατοκύριακο στο καράβι μαζί μου για προσκύνημα σ’ ένα ιερό νησί,
μόνοι, κουρασμένοι και πάλι από το ταξίδι, προσπαθώντας να μάθω κάτι από την
προηγούμενη ζωή σου, δίχως τίποτα να πετύχω, δίχως τίποτα να μάθω.Σ’έχω σε
τρεις φωτογραφίες: η μία είν’ απ’ τα νιάτα σου και είναι πράγματι περίεργο πόσο
είχες ομορφύνει στα γεράματα, ολοφάνερο καθώς κοιτώ τις δύο άλλες της πρώιμης ή
όψιμης γεροντικής σου ηλικίας. Ώ, ακόμη κι όταν κινδύνευες να τυφλωθείς και
αναζητούσες ανηψιούς κι αδέλφια στο Οφθαλμιατρείο, δεν είχες κλάψει, μια φορά
το’κανες μονάχα, όταν η ανθρώπινη επινόηση θέλησε να τιμωρήσει την αχρησία. Στο
Σπίτι του Κατρουλιού, μαζί με τους υπόλοιπους γέροντες που εξέτιαν την ποινή
της ισόβιας εξορίας, μουρμούραγες λόγια γεμάτα πόνο για ό,τι στερήθηκες από
τους εφήμερους αγαπημένους σου. Πρόσωπα, πράγματα, απαιτήσεις, καθισμένη στην
βρώμικη πολυθρόνα κοντά στο σιδερόφρακτο παράθυρο μετρούσες τις αμαρτίες μιας
ζωής την οποία τώρα πια οριοθετούσαν οι αναμνήσεις. Πήγαινα και σ’ έβλεπα
περπατώντας χιλιόμετρα για να ξεχάσω και να ξεχαστώ με το περπάτημα ανάμεσα στ’
αυτοκίνητα μιας συνοικίας που έχανε σιγά-σιγά την ταυτότητα, το χρώμα και το
πραγματικό όνομά της. Κι όπως αυτά ξαναβαφτίζονταν με τα επίθετα του περασμένου
αιώνα, κατακτώντας ιδιότητες και
συναισθήματα για μένα και για όλους μας πρωτόγνωρα, έδυες με το κρυφομίλημα των
πηγών που αρνιόντουσαν να στερέψουν. Δεν
ήταν πρωτότυπο αυτό· συνηθισμένο, κοινότοπο σαν το κακό στο οποίο μάθαμε να
υπακούμε. Είχα την αφέλεια να πιστεύω ότι την δύναμη η οποία πήγαζε από κέντρα
αόρατα την κατείχα, κι ότι το παραδεισένιο πλέγμα, δυσπρόσιτο μολονότι ορατό
σαν δίκτυ προστασίας από τις κακοτοπιές και τον κίνδυνο, υπήρχε για κάποιους
άλλους, περισσότερο πειθήνιους. Στάσα,
δεν ξέρω καν πού είσαι θαμένη, αν είσαι ακόμη θαμένη ή μονολογείς προκαλώντας
γελάκια και στα άλλα, μοναδικά κάποτε πλάσματα που αναπαύονται στα σιδερένια
κουτιά –άπνοα μα παρόντα στο αιώνιο
σήμερα , ζωντανά και απόντα χάρη στην κίνηση του εξαιρετικού εγώ τους. Κανείς
μέχρι τώρα δεν συνοδεύει τη δική μου πορεία πάνω στα καράβια και τα
προσκυνήματα, γιατί όλα μα όλα σχετίζονται με τον όγκο των βιβλίων που κάθε
φορά κουβαλώ· σακούλες από τη μια μεριά, κομψές τσάντες με κοσμήματα από την
άλλη, πλασιέ επιδιώξεων, για να μην πω έμπορος των καλών στιγμών μιας μικρής ανθρωπότητας
η οποία συμμετέχει στο κτίσιμο ενός ελάχιστου σύμπαντος. Στη γέφυρα, θεωρώ
φίλους όσους δεν είναι εχθροί της απόλυτης ιδέας που έχω για μένα: όσους, με
άλλα λόγια, ταυτίζονται με τους στόχους του ταξιδιού. Αντίπαλοι είναι εκείνοι
που κρυφοκοιτούν σχολιάζοντας το καμένο μου πρόσωπο και τα κουλά χέρια.Ξέχασα
να πω ότι είμαι παραμορφωμένος.
Αν παρέλειψα κάποια
πράγματα δεν είναι από διάθεση να κρύψω λεπτομέρειες σημαντικές. Άλλωστε όλα
κάποτε αποκαλύπτονται.Η λέξη αύρα δεν
ταιριάζει εδώ. Μιλάμε για ό,τι μπορεί κανείς
ν’ αγγίξει, για την εικόνα που σχηματίζει ο ανέμελος περαστικός, ο
συγκάτοικος που σιγά-σιγά γίνεται φίλος, ο συνεργάτης ο οποίος δεν αποκλείεται
να συνδεθεί με το πρόσωπο που η τύχη
έριξε μπροστά του στον αγώνα για επιβίωση. Σύμπτωση; θα αναρωτηθείτε, -συγνώμη-
θα αναρωτηθείς εσύ που τόση ώρα ακούς την άχρηστη απαρίθμηση περιστατικών,
καθώς περιγράφω την εμφάνιση του τυχαίου και την σύγκρουση –αναμενόμενη- με το
σταθερό, το αναπόφευκτο, το αμετακίνητο μέσα στον περιορισμένο χρόνο του
ταξιδιού. Όχι, επιδίωξη και πάλι επιδίωξη, με απώτερο στόχο την ανάγκη να
πλησιάσει ο ένας τον άλλο. Μερικοί εχθρεύονται τους αλλόκοτους, άλλοι ψάχνουν
για την αστεία αμφισβητούμενη ύπαρξή τους, καρπό της πάλης με τον βρυκόλακα.
Έκλεινα τα μάτια
μπροστά στην Κλειώ.Ίσως θα άρμοζε περισσότερο να υποκλιθώ μπρος στη σοφία και
την ντρομποσύνη, την ωριμότητα και την συναίνεση , την καλή προαίρεση και την
απλότητα. Ίσως θα έπρεπε να σκαλίσω ακόμη περισσότερο το γιατί, γιατί έδωσα σε μένα αυτό το όνομα, Κλειώ, παρακολουθώντας το
κορίτσι που κοιμόταν αμέριμνο. Αν δε μας περιτριγύριζε θάλασσα, αν η στεριά που
διέκρινα μακριά χάρη στα φωτάκια που λαμπύριζαν αδύναμα πλησιάζε όλο και
περισσότερο ακινητοποιώντας το σκάφος, αν το νερό εξαφανιζόταν και στη θέση του
ορθώνονταν βράχοι, τότε η εντύπωση, η εσφαλμένη και ψευδής, δε θα ήταν παρά η
φλεγόμενη στο βάθος κοιλάδα. Και μέσα από το εμπόδιο της γης, το στερεό και
πάλι αμετακίνητο όπως τόσα άλλα, θα έπρεπε να επινοήσω ένα άλλο όνομα, διαφορετικό
από εκείνο της Κλειούς , έστω να μεταμορφωθώ σε δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες
Κλειώ των οποίων τα κόκαλα άσπριζαν έως ότου εξαφανιστούν για πάντα. Δεν είχα
το κουράγιο για κάτι τέτοιο. Θα περίμενα το ξημέρωμα πιστή σε όλους όσους δεν
είχαν απλώς πιστέψει σε μένα στην παιδική ηλικία, αλλά είχαν δώσει, δίχως καμία
διαμεσολάβηση, δίχως κανένα κίνητρο, το απόθεμα της δικής τους πίστης σε μένα.
τι ποιήσω , ότι ουκ έχω πού συνάξω τους
καρπούς μου;
Η νύχτα προχωρούσε με κουρασμένα βήματα.
Κρωξίματα πουλιών
καθώς ανέτελε. Μια φύση κουρασμένη και μελαγχολική .Ένα πηγάδι από το βάθος του
οποίου πεταγόταν με την ορμή πίδακα όχι το δροσερό νερό που έβλεπα γύρω, σάμπως
το πέλαγος να περιοριζόταν από τα πέτρινα χείλη του, αλλά ένα υγρό καφτό,
εξαγριωμένο, έτοιμο να εξαερωθεί. Ερχόταν από τα βάθη της γης. Κανείς δεν
μπορούσε να προβλέψει την τύχη των γνωστών και αγνώστων που άνοιγαν τα πρησμένα
από τον κακό ύπνο μάτια τους για να χαιρετήσουν το λιγοστό φως και τις σκιές
που εξαφανίζονταν. Να ο δικός μου στόχος: μόλις φτάσω στο λιμάνι να γυρίσω και
πάλι πίσω. Να προφτάσω πριν ακουμπήσω το πόδι στην στεριά να κοιτάξω τα ψηλά
κτίρια με τις διαφημίσεις στα μπαλκόνια και τις ταράτσες, τις μισάνοιχτες
πόρτες και τα ορθάνοιχτα στον πρωινό
ήλιο παράθυρα, γυρίζοντας απότομα αλλού το κεφάλι, αποστρέφοντας το βλέμμα από
τους ανθρώπους οι οποίοι άρχιζαν ήδη να κυκλοφορούν αργά στην προβλήτα. Θα
γύριζα πίσω πληρώνοντας ένα ακόμη εισιτήριο, μάλλον περισσότερο χρήσιμο από το
άλλο, το άχρηστο που είχα αναγκαστεί να κόψω φεύγοντας. Και οι άλλοι, θα ρωτήσεις;
Οι άλλοι τους οποίους αποφάσισες να πλησιάσεις καταστρώνοντας ένα τόσο καλά
μελετημένο σχέδιο; Τίποτα δεν ήταν μελετημένο. Όλα – σάμπως να υπήρχε και
τίποτα!- έγιναν αυθόρμητα, τυχαία. Παρατηρούσα κάποια που 1) νόμιζα ότι έμοιαζε
μ’ αυτό που ήθελα να ήμουν στην νιότη μου γιατί 2) αυτός που την συνόδευε , κι
ο άλλος, ο άλλος που κόλλησε στην παρέα, θύμιζαν πρόσωπα αγαπημένα. Πλαστό
λοιπόν κι αυτό. Κι οι ιστορίες που μέχρι τώρα αράδιαζες, θα επιμείνεις; ΄Α,
είναι εύκολη η απάντηση εδώ: αυτά είναι όλα μα όλα αλήθεια, γραμμένα όμως με
τον δικό μου τρόπο, αφού ξέρεις πως μόνο έτσι μπορώ να δώσω αυτό που με
βασανίζει, μασκαρεμένη. Δε θέλω, ούτε άλλωστε μπορώ, να αποκτώ διαφορετικά
πρόσωπα ή να δίνω στους ήρωες ονόματα περίεργα, ξένα. Είμαι πάντα εγώ – τι
συχαμένη αντωνυμία!- με το ένδυμα της θεωρίας και της βαθιάς κρυμένης κρυφής
μνήμης την οποία επιτυγχάνω να παραμορφώνω. Ίσως δεν επιθύμησα στ’ αλήθεια να
μου δοθεί η χάρη της απλότητας στην εξιστόρηση μιας ιστορίας, ή, πάλι, δεν
άντεξα την αλήθεια της. Αν θέλεις παραδείγματα, μού είναι εξίσου εύκολο όσο και
δύσκολο να το κάνω ·τούτη η αδυναμία
πάντα με έφερνε σε αμηχανία αφού δεν ανταποκρινόταν στην ιδιοσυγκρασία
μου. Κάποια πρόσωπα εμφανίζονται αχνά, ούτε καν περιγράφονται, ουσιαστικά δεν
υπάρχουν. Δε θα΄ταν υπερβολή αν υποστήριζα ότι ανάμεσά τους είμαι και γω, ένα
είδος αφηγητή ο οποίος εμπλέκεται στο
παραλήρημα. Όμως τα ονόματα είναι τόσο περισσότερο πραγματικά όσο
λιγότερο υπάρχουν πλέον με το φορτίο τους. Δε θέλησα να τα βαρύνω ξανά,
είναι παρηγορητική η απουσία τους.
Το περιβάλλον, ναι,
το περιβάλλον παραμένει αδιάφορο καθώς ακολουθεί μαζί με μένα τη δαιμονική
πορεία του. Οι εικόνες γίνονται συχνά τόσο τρομαχτικές, που ό,τι περιμένω από κει, μπλέκεται με το εδώ και το τώρα.
Αυτό δεν αφορά σε κάποια απαίτηση αλλά στην ειλικρίνεια του φόβου αυτών των
πλασμάτων. Βρίσκομαι ανάμεσά τους, ακούω θορύβους, αναστεναγμούς, ήχους,
βογγητά, η πίστη μου κλονίζεται και πάλι επιστρέφει· την συνοδεύει μια άχρωμη
ύπαρξη με σβησμένα μάτια, λιγόλογη σαν ηρωίδα διηγηματογράφου των αρχών του
αιώνα. Ξέρει, με την ήρεμη γνώση όσων δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα από τη ζωή, ότι
δε θα ζήσει πολύ. Κι αυτό, εμένα που ζήτησα τα πάντα γιατί δεν είχα ακριβώς
ό,τι ήθελα, για να μην πω «τα πάντα», με πυρπολεί όμοια με επίγεια φλόγα .
Για ποιον έχει νόημα
η λέξη «Νανά»; Δεν είναι καν όνομα, δεν ανταποκρίνεται σε κάποιο πρόσωπο, ( αν
εξαιρέσουμε την ηρωίδα κλασικού μυθιστορήματος ), δεν αντιπροσωπεύει τίποτα
στους περισσότερους , ακόμη και σε κείνους που γνώρισαν την τρυφερή γριούλα που
ήρθε μόνη και χήρα από την Ανατολή. Γλυκιά και κάτασπρη , σιωπηλή και αθώα
έδινε την εντύπωση (συνηθισμένο αυτό που θα πω) ότι δεν υπήρξε ποτέ νέα· την
αγαπούσα δίχως να νοιάζομαι. Όταν πέθανε, στην εφηβική μου ηλικία, την θάψαμε
δίπλα στην Μαρίκα Παλαίστη· κι αυτό έγινε η αιτία να μάθω το πραγματικό της
όνομα: Μαρίκα.Δέος, ελάχιστα ερωτηματικά. Ούτε που θυμάμαι αν είχα δακρύσει.
Τους δρόμους τους δρόμους της Αθήνας στα όνειρά μου τους
έβλεπα γεμάτους νερό και γύριζα το κεφάλι προς τα πάνω τα ανοιξιάτικα και
καλοκαιρινά βράδια,όχι μόνο για να περιγράψω στους άλλους τ’ αστέρια αλλά για να βρω τον τρόπο να διαφύγω
σκίζοντας το στερέωμα με κουτουλιές. Δίσταζα να κρατήσω ημερολόγιο. Το κάνω
τώρα.
Πολλοί πεθαμένοι.
Πολλοί ξαπλωμένοι με τη θέλησή τους στις ράγες
περιμένοντας τον γνώριμο ήχο που θα αποδείκνυε τη ματαιότητα του αγώνα,
την ρευστότητα της καθημερινότητας όταν ψάχνουμε την αιτία κάποιας καθυστέρησης
στο δρομολόγιο. Κι όταν το μακρουλό, κινούμενο σε σχήμα έλικα, όπως νομίζουμε,
σκουλήκι περάσει σφυρίζοντας, τ’ απομεινάρια μιας ζωής που κάποτε υπήρξε απλώς
παρουσία, ακόμη κι αν δεν ανήκε στα δίποδα, παρουσιάζεται σ’ όλο της το
μεγαλείο.Όμως υπάρχουν πολλών ειδών αυτοκτονίες όπως, αντίθετα, δεν υπάρχουν
πολλές ζωές.
Την αλήθεια λοιπόν
καθώς παίζεται η κωμωδία των ρόλων. Δε θα επαναλάβω το πόσο επέδρασαν οι εποχές στη δημιουργία
ενός ψυχισμού ευάλωτου στις καιρικές μεταβολές· η εισπνοή των ανάλαφρων
σωματιδίων την άνοιξη, του μεθυστικού αέρα το καλοκαίρι,της βάρβαρης υγρής
μάζας το φθινόπωρο,της συμπαγούς, πύρινης φωτιάς τον χειμώνα, είχε καταλυτική
επίδραση στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας της οποίας η αστάθεια δεν αφορούσε
τις ιδέες αλλά την ίδια την έννοια της ιδέας και την σίγασή της. Μερικά
παραδείγματα: ο Πέτρος Χ., φαινόμενο ως μαθητής παρόλο τον έντονο αρνητισμό και
την δυσπροσαρμοστικότητά του, είχε ενεργό ρόλο τα χρόνια που προηγήθηκαν της
τελευταίας ανατροπής του καθεστώτος. Πολιτικοποιημένος δίχως να θεωρείται
παράγων, ιδρυτικό μέλος οργανώσεων, αδιάφθορος, συνεπής, προδόθηκε από το στενό
οικογενειακό περιβάλλον-και τον έρωτα. Καιρό μετά, έχοντας χάσει την πατρική
περιουσία, βρέθηκε απένταρος και απροστάτευτος από την βία όλων εκείνων για
τους οποίους αγωνιζόταν. Μισόγυμνος κοντά στην πόρτα που οδηγεί σ’ένα τυφλό
οικόπεδο, μιλά μονάχα για ποίηση, ονειρεύεται ένα μακρινό ταξίδι που ξέρει πως
δε θα κάνει ποτέ, αφού κατά βάθος δεν του αρέσουν οι μετακινήσεις. Είναι η ώρα για τα μεγάλα επίπεδα λέει
απαγγέλοντας Δρίβα και πάλι Σ’αυτό το
θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι /ξένο
ερημικό σημείο σύννεφο ασβολερό.
Δεν καταλάβαινα όλες τις λέξεις, αντιλαμβανόμουν την ουσία του
ποιήματος από την αναγωγή που έκανα σε
κείμενα γραμμένα σε μια άλλη γλώσσα.Τι περίεργο αυτό το αίσθημα! Να
καταλαβαίνεις μια διάλεκτο που δεν γνωρίζεις, να μπορείς να διαβάζεις σαν να
έχουν προηγηθεί χρόνια μελέτης και αφοσίωσης και μετά να συγκρίνεις, να
ερμηνεύεις μέσα από τον διαφορετικό ήχο κάθε λέξης –σαν να πρόκειται για
ντοπιολαλιά- έννοιες και εικόνες που δημιουργούνται, πλάθονται, σχηματίζονται
άναρχα.Σταγόνες νερού φτιάχνουν ένα ψεύτικο ουράνιο τόξο· το είδωλο παραμένει,
αμετακίνητο συμβολίζει την αξία του φευγαλέου, την ουσία της ευαισθησίας. Γιατί την προσωποποιούμε,
την νιώθουμε κοντά μας την ευαισθησία σαν να πρόκειται για πρόσωπο, μια ύπαρξη
ιδιαίτερη η οποία έρχεται δίπλα μας
άλλοτε με κραυγούλες όλο θαυμασμό για το απρόσμενο, άλλοτε σιωπηλή καταπίνοντας
μαζί με τους λυγμούς της θραύσματα από στιγμές μπαγιάτικης ευτυχίας.
Καθισμένη στη μικρή σκληρή
της πολυθρόνα η Κλειώ, τυφλή δίχως να το ξέρει –ή δίχως να γνωρίζει πόσο – συνομιλούσε με μας που αγνοούσαμε
την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου. Εκείνη την προστάτευαν οι σάρκινες μεμβράνες από
την ξεθωριασμένη εικόνα της οπτικής σιωπής. Κοιτούσαμε ό,τι δεν έβλεπε δίχως να
μεταφέρουμε εντυπώσεις. Εγώ δεν ήμουν το παιδί της για να θελήσει να δώσει αυτό
που περίσσευε από την ιστορία των αναμνήσεών της. Συνήθως ταξίδευα επιθυμώντας
μια πραγματική περιπέτεια. Κι αν μέσα από τη δουλειά μου του γραφιά ξεπηδούσε η
πίστη για την αλήθεια, όσοι εμπλέκονταν στην ενσάρκωση όχι ακριβώς του ωραίου
αλλά εκείνου που υπάρχει για να δίνει ένα νόημα σ’ αυτό που έχουν οι ανάγκη οι
άνθρωποι, στο τέλος απόμεναν γυμνοί. Έως ότου χαθούν για πάντα είτε στην αγκαλιά
μιας μητέρας που ψάχνει μέσα στον
σταθερό χρόνο το παιδί της, είτε στην αρχή μιας διαδρομής, στην αποβάθρα ενός
δίχως όνομα λιμανιού πάνω σε καράβι με μισοσβησμένο όνομα: όλα τέλεια
σχεδιασμένα για να προκαλούν σύγχυση, όλα φτιαγμένα για να τραβούν προς τα πάνω
τον στρατοκόπο αμίλητο τινάζοντας από τα ρούχα του την λεπτή άμμο.
Δεν καταλάβαινα τους ανθρώπους. Αυτή η ιστορία μοιάζει γεμάτη
αρνήσεις μέχρι να περάσει το κάρο στο οποίο έχουν ζέψει τα γερασμένα άλογα, κι
αυτό δεν είναι η εικόνα μιας άλλης εποχής, υπενθυμίζει την ανυπαρξία της δικής
μου.
Βλέπω τους φίλους μου να βυθίζονται αργά στο νερό του χρόνου. Και
κοιτάζω εμένα στο κοίλο κάτοπτρο της αιώνιας καθημερινότητας. Νομίζω δεν
υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία. Έχω ήδη σταματήσει να ακούω μουσική. Με παρασέρνει
ένας άνεμος που σκεπάζει με την βοή του τον εκκωφαντικό στεναγμό των λεωφόρων.
Λίγοι απομείναμε στη γέφυρα. Ανοίγω το βιβλίο μου, αλλά κάποιος δίπλα μου
σαρώνει, απλώνει το χέρι προς το μέρος μου, « Να πάρε , παιδί!»
Κάποια πουλιά πετούν πολύ χαμηλά κρώζουν έως ότου σταματήσω να
ακούω.
ΤΟ ΠΑΛΙΟΠΑΙΔΟ
( άσκηση ύφους )
Δεν ξέρω πως ν’ αρχίσω
αυτήν την ιστορία· αποτελεί περισσότερο
την νωπογραφία ενός χαρακτήρα παρά μια συμβατική διήγηση · το
σκιαγράφημα μιας ψυχής που από τα παιδικά της χρόνια ( αν υποθέσουμε ότι η ψυχή
έχει ηλικία), περιπλανήθηκε σε τόπους
που δεν υπήρξαν για πολύ, σε πόλεις με στενούς δρόμους. Είμαι εγώ που σας μιλώ
χαμηλόφωνα τώρα, ενώ κάποτε ούρλιαζα. Όμως πρόθεσή μου δεν είναι να
εξομολογηθώ. Και αν κάποια πράγματα συνέβησαν δίχως να το έχω επιδιώξει, αυτό
δεν σημαίνει ότι άφησαν τους υπόλοιπους ανεπηρέαστους. Κάποιοι
πληγώθηκαν, μερικοί έχασαν ό,τι
θεωρείται από πολλούς το σημαντικότερο: την συμφιλίωση. Κοντολογής όλοι
εισέπραξαν το μερίδιο του πόνου και της αποτυχίας από το επιπόλαιο φέρσιμο ή την αφέλειά μου.
Άρχισα να ζω στα
δεκαπέντε. Κλεισμένη μέχρι τότε σ’ ένα σχολείο το οποίο απέπνεε περισσότερο
διαστροφή παρά αυστηρότητα , είχα
εξοικειωθεί με το μυστήριο που περιέβαλε το μετουσιωμένο σε ύλη πνεύμα.
Αισθανόμουν, άγγιζα, απολάμβανα το προïόν του νου , της φαντασίας , και έπλαθα
ό,τι πίστευα πως μπορούσα να πλησιάσω.Η απόφαση για μια αλλαγή, αντίδοτο στην
όλο και μεγαλύτερη πλήξη, ήρθε τελείως συμπτωματικά. Μια δημοσίευση στο κατά τα
άλλα ασήμαντο σχολικό περιοδικό είχε ως αποτέλεσμα την αποστολή κάποιων απαντήσεων από τους
αναγνώστες , οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν γένους αρσενικού,
προβληματισμένοι ή μιμούμενοι τους καλλιεργημένους νέους που έψαχναν –σε μια
τόσο δυσοίωνη εποχή- έναν ακροατή μάλλον των απόψεών τους παρά μία ευάγωγο
σύντροφο.
Από τα γράμματα που
πλημμύρισαν τη θυρίδα μου , επέλεξα να απαντήσω στα δύο. Οι επιστολές που
έστελνα στους άγνωστους παραλήπτες ήταν ακριβώς οι ίδιες. Οι απαντήσεις που
έλαβα τόσο διαφορετικές, που χρόνια μετά, παραθέτω αποσπάσματά τους δίχως κανένα σχόλιο· η αλληλογραφία κράτησε
κάμποσο καιρό. Η εξέλιξη της ιστορίας υπήρξε περίεργη, όλο κόμπους δύσκολο να
λυθούν, σαν το νήμα που την ύφαινε και όλο έσφιγγε οδηγώντας σταθερά , με ακρίβεια, καθώς
πλεκόταν γύρω από τους πρωταγωνιστές, στον πνιγμό.
Από το Πρώτο Γράμμα του Α΄Αποστολέα.
« Δεσποινίς μου,
η φωνή σας υπήρξε
συγκλονιστική·δεν μπορεί παρά να ζωγραφίσατε την αγωνία της καρδιάς σας· δε μπορεί παρά να τη χρωματίσατε με τους
κτύπους της·αν για σας η πένα εξωτερικεύει μια εσωτερική σας ανάγκη, για μένα,
η δική μου, σημειώνει μια σύμπτωση·μακάρι να μπορούσα να σας δώσω μια απάντηση να σας
λυτρώσει από την αγωνία σας ·μα πως
μπορώ σε κάτι τόσο ανθρώπινο να αντιτάξω κάτι τόσο κυνικό; Μη
παραξενεύεσθε·ακριβώς στην ηλικία σας είχα τις ίδιες αγωνίες και το ίδιο
ερώτημα ζωγράφιζα πάντα·-να η σύμπτωση- μου φαινόταν πως θα πνιγώ.[..]»
Από το Πρώτο Γράμμα του Β΄Αποστολέα
« Κορίτσι μου,
το κείμενό σου με
παραξένεψε. Εργάζομαι στο Βe.. από το 196.. , είμαι χρόνια έξω για τους γνωστούς λόγους.Περνώ δύσκολα. Δεν
είμαι μόνος. Θα’ θελα να σε συναντήσω , αλλά πως ; Είναι και το στρατιωτικό στη
μέση.Άγνωστο το πότε και το πως.[..]»
Από το Δεύτερο Γράμμα του Α΄Αποστολέα
«Άγνωστη φίλη,
σήμερα πήρα το
γράμμα σας·η ώρα είναι περασμένη·το Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο δεν μ’ ενθουσιάζει
και τόσο μετά τα μεσάνυχτα..ήταν πολύ άδικο δίκαιο. ( Αν αποφασίσετε να
σπουδάσετε κάτι , προπαντός να αποφύγετε αυτό που ονομάζουν «επιστήμη του
δικαίου»). Όπως έκλεινα το βιβλίο, έπεσε το γράμμα σας·το άνοιξα και το
ξαναδιάβασα..νιώθω την ανάγκη να σας ευχαριστήσω·για μια στιγμή σκέφθηκα πως
δεν έπρεπε να σας ξαναγράψω[..] Θα προσπαθήσω να μη σας ξαναενοχλήσω.Όμως..όταν
σας πρωτοδιάβασα με είχατε καταπλήξει, σήμερα με συγκινήσατε.Φαντάζομαι και
σκιαγραφώ το πορτραίτο της ψυχής σας.[..]
Υστ. Παρέλειψα να
σας πω πως είμαι στρατευμένος.»
Από το
Δεύτερο Γράμμα του Β΄Αποστολέα
« Δε σε ξέρω, αλλά
είναι περίεργο το πόσο θέλω να σε δω. Σάββατο βράδυ, το οκτάωρο συχνά γίνεται
δωδεκάωρο, η κούραση με τσακίζει.Στο δρόμο μια γυναίκα που πουλούσε καλαμπόκια
μού’δωσε δύο αντί για ένα. Κι όμως δεν ήμουν κακοντυμένος , είχα ξυριστεί από βραδύς
και περίμενα πως και πως την ώρα να καθήσω στο καφενείο να σου γράψω. Χιονίζει,
είναι όμορφα να βλέπει κανείς το λευκό να καλύπτει σιγά σιγά τα πάντα.. Χθες
βρήκα ένα ξύλο στο δρόμο, μεγάλο, τετράγωνο, με κάτι ωραία σκαλίσματα, ίσως
ήταν το κεφαλάρι κάποιου κρεβατιού. Σκέφτηκα να το ρίξω στη σόμπα, έπειτα
άλλαξα γνώμη, το’ βαψα, άτσαλα, αδέξια, το ‘βαψα μαύρο. Η μπογιά μυρίζει ακόμη,
απλώθηκε σ’ όλο το υπόγειο. Αντί να το
κόψω κομμάτια ήθελα να μαστορέψω, κι όπως δε μπορώ να κάνω τίποτα καλό με τα
χέρια, τι άλλο, το’ βαψα με το λάδι που’ χε περισσέψει από την επισκευή της
εξώπορτας. Είναι σιδερένια, με δυο λουκέτα, έτσι τα’ χουν εδώ, άλλωστε εγώ όταν
κοιμάμαι φοβάμαι, ξαφνικά μέσα στον ύπνο μου τρέμω και θέλω να είναι όλα
σφραγισμένα, κλειστά.. Όταν βγαίνω έξω κοιτάζω έκπληκτος τον ουρανό. Είναι
μαύρος, όχι γκρίζος, μαύρος ή το πολύ πολύ μωβ, έτσι είναι, τώρα που τον βλέπω
να κόβεται στα δυο από έναν αόρατο για μένα κεραυνό.[..] Γυρίζω σπίτι. Στο
σινεμά κοιμήθηκα, ξύπνησα, είδα λίγο το έργο αλλά δεν καταλαβαίνω καλά τη
γλώσσα κι ούτε πρόκειται να τη μάθω ποτέ..»
Από το Τρίτο Γράμμα του Α΄Αποστολέα
« Άγνωστη φίλη..
Μη λυπάσθε για
μένα, αφήστε με να βαυκαλίζομαι με την σκέψη ότι «υπάρχουν αυγές που δε
γλυκοχάραξαν ακόμη». Και μέσα στη νύχτα τι θα κάνω; Θα προσεύχομαι! Ο Θεός να
γίνει πιο ανθρώπινος, το ανθρώπινο κτήνος να γίνει ανθρώπινο, Άγγελος.Κι αν δεν
γλυκοχαράξει; Τότε δεν πρόκειται να γίνω προφήτης! Απλούστατα, θα κοιμηθώ.
Βλέπετε υπάρχουν
στη ζωή μας καταστάσεις πιο δυνατές από μας, αγέρες δίχως οίκτο.Εγώ πέθανα·δεν
έχει σημασία, αγωνισθείτε εσείς. Αγωνισθείτε για τους άλλους, τους λείπουν
πολλά.Αν αγαπάτε να είσθε ειλικρινής · αν είσθε ελεύθερη να σκέπτεσθε τους
πολιορκημένους· υπογράψατε ένα δικό σας συμβόλαιο·φτιάξτε την δική σας
κοσμοθεωρία, κάντε την βιοθεωρία! Φαίνεσθε πολύ δυνατή! Κάνετε λοιπόν ό,τι
νομίζετε! Προς Θεού όμως! Σας εξορκίζω! Μη συμβιβάζεσθε και προπαντός μη
συμβιβάζεσθε με τη συνείδησή σας! Διότι εκεί θα με συναντήσετε· και δε θα’ θελα
ποτέ να σας απογοητεύσω. Θεέ μου, τι πεζός που είμαι!»
Από το Τρίτο Γράμμα του Β΄ Αποστολέα
« Κοριτσάκι μου,
σήμερα είδα μια
αγκαθοκαλημάνα.΄Ηξερα πως πετούσε για να γυρίσει, να φτιάξει τη φωλιά της στην
πατρίδα.Εγώ όπου γη-πατρίς. Πήρα κάποια χρήματα και προσπαθώ να βρω άλλο σπίτι,
μεγαλύτερο, φωτεινό, ας είναι κι αυτό υγρό, αγαπώ το νερό, μη γελάς, περνώ το πρωί
τα δάκτυλα πάνω απ’ τα έπιπλα και είναι βρεγμένα, με στρογγυλεμένες τις γωνίες,
στολισμένα με χοντροκομένα σχεδιάκια αγγελάκια άγαρμπα αλλά τόσο χαριτωμένα ,
τα κοιτάζω και δε χορταίνω την πίστη τους. Κάθομαι πάνω στην πολυθρόνα για να
σου γράψω. Απ’ το παράθυρο το ίδιο βιαστικό σύννεφο, ναι, πιστεύω ότι είναι το
ίδιο με το χθεσινό βιαστικό σύννεφο, για χάρη σου βάφτηκε κάτασπρο. Χαμογελά
στον μαυροντυμένο που έχει σκύψει το κεφάλι και γράφει, γράφει..
Αύριο θα πάμε για
λίγες μέρες στην εξοχή. Αφήνω αυτή την πόλη και ανασταίνομαι μολονότι γνωρίζω
από πριν τι θα συμβεί στο παράξενο πράσινο χορτάρι , στα ακατανόητα δέντρα,
ψιλόλιγνα, θαρρείς μαδημένα από την έκρηξη της πεδιάδας.Μόνο εγώ καταλαβαίνω
ότι όλα βράζουν μέσα στη γη. Τα ποταμάκια σε λίγο θα κυλούν με χλιαρό νερό, οι
λίμνες ( δυσαν.).
Ξαπλώνω και σου
γράφω κοιτάζοντας που και που τον ουρανό. Είμαι σε μια βάρκα στο πλατύ ποτάμι
της Θράκης, είναι ρηχό, η αγκαθοκαλημάνα άφησε δυο ριγωτά αυγά στους
θάμνους.Μικροκαμωμένη, κοντή, σαν τις φιλενάδες μου στο χωριό..Λυγίζω με κόπο
τη μέση. Απλώνω το αριστερό χέρι στο τραπεζάκι δίπλα μου, με μια κούπα τσάι στο
δεξί.Τεντώνω και τα δυο χέρια το τσάι πέφτει
η κούπα σπάει ζεματίζομαι..
Καληνύχτα»
Από το Τέταρτο Γράμμα του Α΄Αποστολέα
«Μικρή, πικρή μου
άνοιξη,
από της ερημιάς
τ’ ανάκτορο να σπάσω τη σιωπή θέλω και μια παράξενη κραυγή με λέξεις να
χρωματίσω ίσως γιατί οι τοίχοι που ορθώθηκαν έγιναν απόρθητα κάστρα. Μόνος κι
ακυβέρνητος σαν τ’ άχυρο στ’ αλώνι. Άψυχος κι αφιλόξενος ο τόπος που σου γράφω
και την απόσταση μετρώ με το νου μου, βουλιάζω. Μεσ’ απ’ αυτή την παραζάλη ίσως
στέλνω το sos σε ξενικά καράβια μα έτσι λέει μέσα μου η φωνή που’ναι απλή όσο
και τ’ άγχος που με πνίγει.
Τι κρίμα! [..]
Με αγάπη»
Από το Τέταρτο Γράμμα του Β΄Αποστολέα
«..Ώστε
τελειώνεις το σχολείο..Σε λίγο οι σπουδές,αργότερα η αναχώρηση, κάποια άλλη
πόλη ή χώρα , η άγνωστη χαρά. Πού βρίσκεσαι τώρα; Πως περνά ο καιρός! Είμαι
πάντα εδώ άλλαξα θυρίδα, τα γράμματα καλύτερα να τα στέλνεις εκεί. Στο σπίτι
είμαι σχεδόν πάντα μόνος.Ίσως την καινούργια χρονιά, και με την αναμενόμενη
αλλαγή της κατάστασης, επιστρέψω.Προς το παρόν τα προβλήματα υγείας
εξακολουθούν: περπατώ με δυσκολία, νιώθω αδύναμος. Θα μείνω κι άλλο στην
κλινική, δεν πειράζει.[..]»
Εδώ σταματώ· δεν είναι επιστολική νουβέλα αυτό το γραπτό και η παράθεση
περισσότερων σημειωμάτων ( γιατί δεν αποτελούν «γράμματα» αυτά τα σπαράγματα,
ούτε για αλληλογραφία πρόκειται αφού απουσιάζουν, καλά κρυμένες στον
σκουπιδοφάγο της καρδιάς μου, ανακυκλούμενες χρόνια, οι δικές μου επιστολές) θα
κούραζε τον αναγνώστη. Είναι περίεργο, μάλιστα τότε το θεωρούσα αστείο, αυτό
που συνέβη. Κι οι δυο επιστολογράφοι είχαν καλύψει, με τον τρόπο του ο καθένας,
το κενό που δημιουργούσε έναν καταστροφικό ίλιγγο στην εφηβική καρδιά μου. Είχα
ήδη αρχίσει τις λογοτεχνικές μου απόπειρες και η ευκαιρία που μου δινόταν να
εξασκήσω την γραφή και την επίδραση που μπορούσε να έχει στη δημιουργία
συναισθήματος, ήταν μοναδική. Τα γράμματά μου ήταν σύντομα, ολοκληρωμένα
ποιήματα, με αμφισημίες, μυστήριο, υποσχέσεις για μια κοινή πορεία μιας
διαδρομής μέσα από μονοπάτια
κακοτράχαλα, οφιοειδή , όπου οι οχιές που ξεπετάγονταν από τα ξερόχορτα
επιβεβαίωναν την ανάγκη για ένα σταθερό, άφοβο πάτημα. Τίποτε δεν έγινε άθελά
μου· επιθυμούσα να γνωρίσω και τα δυο αγόρια, αγνοώντας , και κυρίως βαθιά
αδιαφορώντας, για την ηλικία, την εμφάνιση, την κοινωνική τάξη, τις συνθήκες
που τους είχαν απομακρύνει από τον τόπο μου, τον τόπο τους. Παρέλειψα να μιλήσω
γι’ αυτό· επέλεξα , όταν άρχισε αυτή η αλληλογραφία, να απαντήσω σε δυο
ανθρώπους που βρίσκονταν μακριά, μακριά από μένα, σε απόσταση που προστάτευε
από μια πιθανή επαφή.Κι αυτό όχι από φόβο για την σωματική έλξη ή απώθηση που ως συνέπεια θα είχε την απογοήτευση, αλλά για να καλλιεργήσω με την
φαντασία την σχέση που θα οδηγούσε στην
ταύτιση, την κοινή ενόραση του κόσμου που αναγεννιόταν. Το αχνό, ψυχρό πρόσωπο
της Νεαρής Γυναίκας που ζωγράφισε ο
Petrus Christus στην έξοδο από τον Μεσαίωνα, όταν η Κεντρική Ευρώπη σπαρασσόταν
από πολέμους με στόχο θρόνους, γη, συμμαχίες, γάμους, μ’ έκαναν πάντα να
αναρωτιέμαι τι έκρυβε η έκφραση των αρχοντικών φωτεινών πλασμάτων που πόζαραν
στους ζωγράφους εκείνης της σκοτεινής
εποχής· το πέρασμα μέσ’ από τους δαιδαλώδεις αιώνες ένιωθα ότι τραυμάτιζε έναν καλλιτέχνη που
κάποτε ονειρεύτηκα σαν χρυσή βροχή. Δεν ήμουν η Λήδα για να γονιμοποιηθώ από
τον Θεό που με κατακτούσε παίρνοντας άλλη μορφή. Μόνο έγραφα. Εκφραζόμουν με
αμεσότητα, έστελνα αντίγραφα από πίνακες
του Da Vinci , ανακάλυπτα την δύναμη της εικόνας, σχολίαζα εύστοχα
την «Κυρία με την ερμίνα».
Αυτό ίσως αρκούσε για να
μαγέψω δυο νεαρούς άντρες, διαφορετικούς τον ένα απ’ τον άλλο, με ψυχή
σημαδεμένη από την βάσανο της ξαγρύπνιας στο Όρος των Ελαιών. Δεν ήταν κακές οι
προθέσεις μου : ήταν κινήσεις ενός παιδιού που παλεύει να σταθεί όρθιο μες στο
ασταθές , μικρό για την ηλικία του, στενάχωρο κρεβατάκι του.
Το σύντομο γράμμα που
έλαβα τον Σεπτέμβρη του επόμενου έτους από τον Πρώτο Αποστολέα. με πληροφορούσε
ότι έχοντας πετύχει μια σημαντική οικονομική ενίσχυση , θα συνέχιζε τις σπουδές του στο εξωτερικό. Δεν ανέφερε σε ποια χώρα·
οι καιροί ήταν ακόμη δύσκολοι. Ο Δεύτερος είχε εξαφανιστεί. Είχα αρκετούς μήνες
να λάβω απάντηση στο δικό μου σημείωμα «Τι
κάνεις; Είσαι ακόμη στην ίδια πόλη;»
όταν ο Πρώτος. έστειλε το πρώτο μετά την εγκατάστασή του , γράμμα . Έμενε
μόνιμα στο M. όπου θα ολοκλήρωνε τις μεταπτυχιακές σπουδές του, υπότροφος,
ικανοποιημένος για την ευόδωση των κόπων του. Αποφάσισα να βρω
πάση θυσία τον Δεύτερο Ήταν μια καλή ευκαιρία , σκέφθηκα, να ανταλλάξουν
διευθύνσεις, να μεσολαβήσω εγώ ώστε να
έρθουν σε επαφή, να συναντηθούν, να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον. Έγινα ο
μεσάζων ανάμεσα στην απόρριψη και την βιοπάλη. ΄Αρχισα να παραπλανώ και τους
δυό · τα γράμματά μου ήταν σαν να απευθύνονταν σε άντρες που τάχα απέφευγα. Ο
Δεύτερος ανταποκρίθηκε γρήγορα στο
κάλεσμά μου , έστειλε την νέα του διεύθυνση, τηλέφωνο, πληροφορίες για τη
δουλειά του: οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες, πατούσε γερά στα πόδια του, είχε
αρχίσει να κάνει οικονομίες, ένας καλός γάμος τον στήριξε, περίμενε την πτώση
της Χούντας για να επιστρέψει. Είχα συναντήσει μία και μοναδική φορά τον Πρώτο·
ένα βροχερό απόγευμα πριν το Φροντιστήριο τον είδα για λίγο μπροστά στην
τεράστια σιδερένια πόρτα του Γυμνασίου που βρισκόταν στην οδό Ακαδημίας. Ήθελα
να μπερδέψω τα πράγματα, να μην γνωρίζει και πολλά για μένα, να μην μάθει
τίποτα για την προσωπική –όπως αποκαλούσα οτιδήποτε κατοικούσε μακριά από το
σπίτι – ζωή μου. Είχε σταχτί δέρμα, μου
φάνηκε μικροκαμωμένος, αδύνατος, χλωμός, με μελανά χείλη, όψη παιδιού από
Ίδρυμα, και μία στάση του κορμιού που μαρτυρούσε τη διάθεσή του για φυγή. Δεν
έκανα καμία προσπάθεια να τον πλησιάσω, να γνωρίσω καλύτερα αυτό το πλάσμα με την τόση ευαισθησία και διακριτικότητα.
Νόμιζα ότι δε μου άρεσε και όμως δεν ξεχνώ την έκφρασή του του οικόσιτου ζώου
που πάλευε να ξεφύγει από την οικογένεια που το είχε αναλάβει ζητώντας ως
αντάλλαγμα της φροντίδας την αφοσίωση.
Δεν άντεχα τα λιγοστά θαμπά μαλλιά και τα σχεδόν μαύρα χείλη, την κλίση του
σώματος που κραύγαζε « Να φύγω!» Κόλλησα
στο κιόσκι βλέποντάς τον να απομακρύνεται . Είπε μια φορά τ’ όνομά μου·
οπισθοχώρησα.Να τι με είχε τρομάξει : το χλωμό πράσινο της στέπας είχε
ισοπεδώσει τα υψώματα του προσώπου του, εκεί δεν έπαλλε τίποτα, το μήλο του
Αδάμ το κάλυπτε ένα ριγωτό πουκάμισο και το σακάκι ήταν τόσο παράταιρο, στενό,
παλαιομοδίτικο! Έπρεπε να φύγει απ’ τη ζωή μου. Έπρεπε εγκαταλείποντας οριστικά εμένα και την ποίησή
μου να πάει κάπου αλλού.
Εγκαταστάθηκε στο
Μeinh. σε ένα μήνα. Αισθάνθηκα ανακούφιση με την απομάκρυνσή του·τα γραπτά του
διέφεραν από τον ίδιο. Ταξιδεύοντας σε μια ευρωπαïκή πόλη η φθορά της ψυχής του
ίσως ταίριαζε περισσότερο με τις παρακμασμένες σπουδές που ο ίδιος είχε
διαλέξει και απορρίψει. Κατά βάθος τον θεωρούσα ασυνεπή, θεατρίνο. Παρ’ όλ’
αυτά συνέχιζα να του γράφω σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα· τα ίδια γράμματα ,
με μικρές παραλλαγές, έστελνα και στον Δεύτερο. Ο Δεύτερος..Φανταζόμουν το
αρρενωπό πρόσωπό του , το αιχμηρό βλέμμα όταν θα μου απηύθυνε το λόγο. Φοβόμουν
πως δε θα τον συναντούσα ποτέ. Η
καταστροφική έλξη δε θα είχε
συνέχεια . Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα υπολογίσει τις συνέπειες αυτού του
παιχνιδιού. Θεωρούσα τους άντρες καλυμμένους, άτρωτους χάρη στο φύλο τους που τους καθιστούσε πανίσχυρους. Έστειλα στον Πρώτο τη διεύθυνση του Δεύτερου: αφού
βρίσκονταν τόσο κοντά, στην καρδιά της Ευρώπης, δε θα’ πρεπε να το
εκμεταλλευθούν; Η συνάντησή τους δε θα
‘ταν τυχαία, αλλά
προγραμματισμένη, η σχέση που θα αναπτυσσόταν μεταξύ τους κατευθυνόμενη,
κηδεμονευόμενη από τον σύντροφο του ανέγγιχτου μέρους της ψυχής τους-εμένα.
Τα νέα που έφταναν τον
πρώτο καιρό αφορούσαν την καθημερινότητα του Δεύτερου, τον αγώνα προσαρμογής
του άλλου. Πλησίαζαν Χριστούγεννα όταν έλαβα μια κάρτα και από τους δύο: είχαν περάσει κάποιες μέρες μαζί . Ο Πρώτος είχε γνωριμίες
στο Προξενείο και η ανανέωση του διαβατηρίου του φίλου του , έστω για την
μετακίνηση στις εκτός Ελλάδος χώρες , θα μπορούσε να γίνει εφικτή. Ήταν μια μικρή αλλά σημαντική επιτυχία. Χάρηκα για
την εξέλιξη της γνωριμίας τους· από τυπική μεταμορφωνόταν σε συντροφικότητα, δίχως
επιπλέον να εμπεριέχει τίποτα το
ανησυχητικό, δηλαδή την προοπτική της δημιουργίας μιας σχέσης βαθύτερης. Παρ’
όλ’ αυτά, η αλληλογραφία μας ( μου έστελναν και οι δυο ή ο καθένας ξεχωριστά,
καρτούλες με αδιάφορο περιεχόμενο), είχε αρχίσει να με κάνει να πιστεύω ότι η απόσταση που ήθελα
να έχω από τους αγαπητούς μου μάλλον μεγάλωνε. Άρχισα να βαριέμαι. Σιγά σιγά
τους ξέχασα. Πέρασαν δυο χρόνια. Ο πόθος μου για το άγνωστο έβρισκε διέξοδο
στις μετακινήσεις στις γειτονικές χώρες.
Η Ανατολή με μάγευε. Το κίτρινο της ερήμου , η παραίσθηση της κινούμενης άμμου
αντανακλούσε την αγωνία που όσο περνούσαν τα χρόνια κορυφωνόταν. Σπίτια
φτιαγμένα από λάσπη ή στην καλύτερη περίπτωση από κόκκινους πλίνθους ,
χωματόδρομοι, λιβάδια σπαρμένα ξερά
χόρτα όπου σπάνια ένα πράσινο
κορμάκι σπάρτου τόνιζε με την παρουσία του την αντίθεση ανάμεσα στην ανώδυνη έλλειψη ζωής και την επώδυνη ύπαρξη.
Χαμηλά
βουνά και αντικατοπτρισμοί, λίμνες πλούσιες κάποτε σε νερό, άδειες τώρα, με
μοναδικό τους πλούτο το αλάτι που συσσωρευόταν στον ανατριχιαστικά άνυδρο
πυθμένα, ήταν τα κατακάθια σε από καιρό άπλυτα φλιτζάνια. Έπαιζα με την ψυχή
κλωτσώντας με πρησμένα πόδια τον θολό αέρα. Σπάνια διέκρινα κάποια ομοιομορφία στο τοπίο, τα ισοπεδωμένα μορφικά
περίχωρα, τις λευκές από μακριά, αλλά κατασκότεινες στο εσωτερικό τους, μικρές
πόλεις. Ομολογώ ότι το πρώτο ταξίδι στο κέντρο της Ευρώπης, τον οργιαστικά
πράσινο κήπο του πολιτισμού της δεκαετίας του ’70 , μ’ έκανε να ξεχάσω δίχως τύψεις την λίγδα που βύζαινα από
το μεγάλο μου δάκτυλο. ΄Ηταν μια αποκάλυψη .
Πρόλαβα να ψελλίσω ότι
δεν ήμουν προετοιμασμένη για μια
συνάντηση που πιθανόν θα ήταν
δυσάρεστη. Μου έδωσε τον χρόνο να πω ότι
η εμπειρία αντί να με χαλυβδώσει είχε κάνει τον ψυχισμό μου πιο ευάλωτο, έτοιμο
να καταρρεύσει με το πρώτο χτύπημα. Δεν με κοιτούσε· απέφευγε την οπτική επαφή
σαν να επρόκειτο για απαγορευμένο άγγιγμα, σκέψη αμαρτωλή και πρωτόγονη σύμβολο
του δεσίματος με τις αλυσίδες της μάνας. Όμως εγώ δεν ήμουν μητέρα· εγώ
δεν υποδύθηκα ποτέ την στοργική, άφυλη, έτοιμη να ξεράσει το γάλα που
πρόσφέροντας απομυζούσε, κόρη-μάνα. Εγώ δεν ήμουν ούτε αδελφή, σύντροφος των
παιχνιδιών και της απείθειας. Εγώ ήμουν η σύμμαχος στην γιορτινή κραιπάλη που
άρχιζε με καλαμπουράκια, συνέχιζε με αστείους σωματικούς κρότους, χάχανα,
γρυλίσματα, εκωφαντικούς θορύβους , φάρσες γαïδάρων με ανθρώπινο πρόσωπο ή το
αντίστροφο, για να τελειώσει με την περισυλλογή που ακολουθεί κάθε απόλαυση. Το
πειραχτήρι καθόταν τώρα ήσυχο, μαζεμένο, γεμάτο φόβο για τις συνέπειες μιας
πράξης της οποίας πρόθεση δεν ήταν η δημιουργία
απατηλών εντυπώσεων , αλλά ένα μέχρις εξαντλήσεως παιχνίδι : το κρυφτό.
Ναι, πιστέψτε με. ΄Ολα ξεκίνησαν από
δειλία. ΄Επειτα ακολούθησαν τον δρόμο που ανάλογα με την θέση του παρατηρητή σε
κάποιο κοντινό ύψωμα φαινόταν ανηφορικός ή με έντονη κατωφέρεια. Από την
στάση του κορμιού εξαρτώνται πολλά..Τον κοιτούσα με απορία. Αν δεν ήξερα από
την αρχή ποιος ήταν, εύκολα θα τον έπαιρνα για τον πρώτο. Σιωπηλός και άδειος
με οδηγούσε σ’ έναν χώρο συνάντησης παλιών φίλων· εκεί δεν χωρούσαν συμβιβασμοί
. Και οι συγκρούσεις που πάντα ήθελα να αποφύγω, οι ερωτήσεις, τα ερωτηματικά, οι αρνήσεις, θα έβρισκαν την
απάντηση, την λύση, την παρηγοριά, στο μηχανικό χαμόγελο ενός άντρα βαθιά
πληγωμένου από τα παιδικά του χρόνια. Αυτό δεν εννοούσε όταν εξομολογιόταν στον
ανέμελο κατεργάρη την ζωή του; Τόσα προσόντα, τέτοια μόρφωση, είπε σιγά ο
Δεύτερος δεν κατάφεραν να τον κάνουν να
ξεπεράσει τον πόνο του. Νομίζεις ότι διαφέρει από τον σωματικό; ψιθύρισε καθώς
άνοιγε ένα απ’ τα δωμάτια του μικρού αλλά περιποιημένου διαμερίσματος. Και γω,
ο τζόγκερ, με τα στολίδια στους καρπούς, τα κουδουνάκια στον σκούφο, τις
φούσκες στους αστραγάλους, αγνοούσα την απάντηση που θα κινητοποιούσε το πνεύμα του παραμυθιού. Κάποτε ήμουν ο
μπαλαντέρ. Τώρα παρατηρούσα το πρόσωπο του Πρώτου με θλίψη και απορία. Ήταν αυτός που είχα στείλει
στον άγνωστο φίλο μου; Υπήρξαν το ίδιο
σύντροφοι –και πιστοί- ο ένας με τον άλλο, όσο εγώ κάποτε μ’ αυτούς; Και αν δεν
– αν δεν λέω- μεσολαβούσα γι’ αυτήν την συνάντηση τι θα είχε συμβεί; Με
θυμάσαι; απευθύνθηκα στο πλάσμα πλησιάζοντας στο κάθισμά του. Αλλά
–αναμενόμενο- μείναμε γι’ αρκετή ώρα κι οι δυο βουβοί. Ο Π. δεν μπόρεσε
να κάνει τίποτα , απ’ ό,τι τουλάχιστον ήθελε , στη ζωή του, είπε ο Δ.
Τώρα απλώς πεθαίνει.
ΦΩΝΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ
Simia dei
στην Καλλίνα
Μας είπαν να μην
αργήσουμε· μας προειδοποίησαν πως στην αντίθετη περίπτωση θα ‘φευγαν αφού το καραβάκι ήταν εκδρομικό,
με αυστηρό ωράριο αναχώρησης και
επιστροφής. Δεν ήμασταν μεγάλη παρέα, απ’ αυτούς φίλοι ήταν μόνο δυο-τρεις ,
ανάμεσά τους ο συμμαθητής μου Θ., η κόρη της ξαδέλφης μου και γω.Βγήκαμε στην
στεριά μ’ ένα μικρό φουσκωτό και από την στιγμή που πατήσαμε στην ακτή,
περπατώντας πάνω στο κόκκινο χώμα, τα χαλίκια, το μαύρο βότσαλο και τα φύκια που είχε ξεράσει το κύμα μαζί μ’
ένα σωρό σκουπίδια, νιώσαμε την αλλαγή.΄Ηταν ένα συναίσθημα δύσκολο να
περιγραφεί, μια αίσθηση ανάμνησης που επρόκειτο όμως να ζήσουμε σε κάποιο
κοντινό ή μακρινό αύριο. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό, αποτελούσε για τη
μικρή συντροφιά μας κάτι το πραγματικό, μια γνήσια εμπειρία ενός ούτως ειπείν
μελλοντικού βιώματος.
Ανταλλάξαμε μια
γρήγορη ματιά και αρχίσαμε να
ανεβαίνουμε τον λόφο που θα μας
οδηγούσε, αν συνεχίζαμε την κατάβαση από την άλλη μεριά, στο Πάνω Χωριό, κύριο
οικισμό του νησιού. Η ξηρασία των προηγουμένων ετών είχε πλήξει το άλλοτε
καταπράσινο κύτταρο της νότιας θάλασσας. Μας είχαν μιλήσει για τον χώρο που
είχαμε την τύχη να επισκεπτόμαστε, είχαμε διαβάσει περιγραφές του σε ταξιδιωτικούς
οδηγούς, ερευνήσει αρχεία , ανακαλύψει αναφορές με αναμνήσεις περιηγητών και αναλύσεις της γεωλογικής υφής
του από επιστήμονες που εδώ και χρόνια
μελετούσαν το φαινόμενο της αργής
αλλά σίγουρης καταβύθισής του. Οι κάτοικοι
δεν είχαν απομακρυνθεί· η άρνησή τους να εγκαταλείψουν τον τόπο της
γέννησης και μόνιμης εγκατάστασής
τους είχε προκαλέσει πλήθος συζητήσεων τόσο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας,
όσο και μεταξύ των ειδικών , επιστημόνων που ασχολούντο με την πορεία του
Ανθρώπου μέσα στον χρόνο, την τάση προσαρμογής του στον χώρο, την επεξεργασία
της μνήμης , την κληρονομιά των
συνηθειών, το κτίσιμο του γερού ή σαθρού οικοδομήματος της ύπαρξης. Γι’ αυτό
ακόμη κι οι βαρκάρηδες που πηγαινοέφερναν
τους επισκέπτες από τα γειτονικά
θέρετρα με τα μικρά ή μεγάλα, πολυτελή ή απλά ξενοδοχεία, είχαν –εύκολα το
διέκρινες- μια ενστικτώδη επιθετικότητα, μια διάθεση ν’ απαλλαγούν από περιττές
ερωτήσεις ή , το χειρότερο, αδιάκριτα βλέμματα που παραβίαζαν τις εστίες τους.
Από μακριά ακούστηκε
η μπουρού· ήταν καταμεσήμερο, αλλά
ξαφνικά συννέφιασε και η έντονη
διαφορά στο φως, σε συνδυασμό με την ψύχρα που άρχιζε ν’ απλώνει τα δίκτυα της
, δημιούργησε στην συντροφιά ένα δυσάρεστο
συναίσθημα. Οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί. Πριν λίγα λεπτά ήταν
καταμεσήμερο και ξάφνου το δειλινό εισέβαλε απρόσκλητος, αγενής επισκέπτης και,
το κυριότερο, με αμφιλεγόμενες προθέσεις.Είχαμε ήδη φτάσει στην κορφή του
λόφου· ο ιδρώτας πλημμύριζε τα πρόσωπα και τα πονεμένα πόδια μας μαρτυρούσαν
την νευρική, δίχως στάσεις πορεία μέσα απ’ το μονοπάτι που γυμνό , τουλάχιστον
επέτρεπε το σίγουρο περπάτημα. Η ανυπαρξία χλωρίδας , του πράσινου που
χρωστούσε την ύπαρξή του στο υδάτινο
οπλοστάσιο της γης , στερούσε από κατοίκους
και επισκέπτες την χαρά της συνύπαρξης
με οργανισμούς που κάποιοι ονόμαζαν
ατελείς, ενώ άλλοι πιστεύοντας
στο θαύμα που έσωσε την Άγαρ και τον Ισμαήλ ορκίζονταν ότι σ’ αυτή την έρημο
συχνά έβλεπαν οάσεις.
Δεν ήμασταν απ’ αυτούς · ένας απ’ τους λόγους
άλλωστε του ταξιδιού, της εκδρομής που άρχιζε με την ανατολή και τέλειωνε με
την δύση του ήλιου που σ’ αυτόν τον τόπο ταυτιζόταν με το απόλυτο σκοτάδι, ήταν
να συναντήσουμε μια γυναίκα, σίγουρα ηλικωμένη τώρα, η οποία θα μας μιλούσε για
την ιστορία του βράχου και το πως αργά αλλά προοδευτικά βυθιζόταν στο νερό.
΄Ανοιξα έναν χάρτη· τον
κουβαλούσα με ιδιαίτερη προσοχή , σαν μοναδικό θησαυρό. Οι υπόλοιποι έσκυψαν
από πάνω δίχως να μιλούν ,
παρακολουθώντας με τα μάτια την πορεία
του δείχτη μου. Όλα υπάκουαν σ’
ένα ένστικτο· βουβοί οι συνοδοιπόροι μου δήλωναν με την εύγλωττη σιωπή
τους ότι για να κερδίσουμε χρόνο θα ‘πρεπε να
προσανατολιστούμε το συντομότερο. Πράγματι, σε λιγότερο από μισή ώρα
προχωρούσαμε βιαστικά κατεβαίνοντας το μονοπάτι, σκουντουφλώντας σε μακρόστενα
λιθάρια, γνωρίζοντας με ακρίβεια την κατεύθυνση που θα ακολουθούσαμε για να
φτάσουμε με ασφάλεια στη Σίμια. Ετσι λεγόταν η γυναίκα που θέλαμε να
συναντήσουμε. Μετά από ένα ολιγόλεπτο περπάτημα
είδαμε στις παρυφές του ορεινού
όγκου που δέσποζε δεξιά μας, σχετικά
κοντά στον γλιστερό βράχο που είχαμε
ανεβοκατέβει, μια σπηλιά. Ήταν μια τριγωνική σχισμή , με μικρό ύψος, της οποίας
δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε το βάθος. Η πρόσβαση ήταν δύσκολη γιατί μπροστά
της ένας σωρός από μεγάλες πέτρες ,
ριγμένες άτακτα, σαν από χέρια τιτάνων, εμπόδιζε την είσοδο. Ανταλλάξαμε ένα
γρήγορο βλέμμα· πρώτη η κόρη της ξαδέλφης μου , στα τέσσερα, σέρνοντας το
λεπτοκαμωμένο κορμί της, άρχισε ν’ ανεβαίνει τις κοτρώνες χάνοντας συχνά την ισορροπία της που ευτυχώς
ξανααποκτούσε σύντομα , χάρη στο μικρό
βάρος και την ευκινησία της.Βογγούσε κάθε φορά που οι κοφτερές γωνίες πετύχαιναν το στομάχι ή την κοιλιά της.
Ο φίλος μου Θ., απόμακρος, λιγόλογος ,
παρατηρούσε δίχως σχόλια την προσπάθειά της. Παρατηρήτρια και γω στην αρχή,
αποφάσισα να την ακολουθήσω · αισθανόμουν την ανάγκη να πλησιάσω όχι μόνον
γιατί η ώρα περνούσε, αλλά γιατί το σώμα μου μες στην απάθεια ξεχνούσε τον
σκοπό του. Σερνόμουν με κόπο, βαριά, γερασμένη από την συγκίνηση και τις
σκέψεις. Παρ’ όλ’ αυτά, πλησιάζαμε. Ξάφνου
από το μονοπάτι –περνούσε σύριζα στις πέτρες- ακούσαμε φωνές. Κάποιοι ,
πρέπει να ήταν ντόπιοι αν κρίναμε απ’ το ηλιοκαμένο δέρμα και την ασυμμετρία των χαρακτηριστικών
τους, μας έκαναν νοήματα , φώναζαν σε μια ακατανόητη γλώσσα , χειρονομώντας. Φοβηθήκαμε μήπως η
επιχείρησή μας είχε κάτι το
απαγορευμένο, μήπως αυτή η αναρρίχηση με
σκοπό την κατάληψη του οχυρού της
Σίμιας προκάλεσε την αγανάκτηση ή ακόμη και την οργή των
κατοίκων. Το μακρόστενο, έντονα μελαχρινό πρόσωπό τους ερχόταν σ’ αντίθεση με
το μικροσκοπικό, νευρώδες σώμα τους· η μύτη ήταν σουβλερή και
καταδυνάστευε τα μικρά ζωηρά μάτια, το
σφιγμένο, με λεπτά χείλη στόμα, το ανύπαρκτο πηγούνι, το πλακουτσωτό
ρυτιδιασμένο μέτωπο.΄Ηταν άσχημοι άνθρωποι και το πιο παράξενο , αποκτούσαν
ενέργεια αιφνιδιαστικά: εκεί που νόμιζες ότι ο δυνατός ήλιος του οποίου η
αντανάκλαση στις πέτρες πολλαπλασίαζε την αποχαύνωση και τις συνέπειές της,
αφυδατώνοντας εκτός από το δέρμα και κάθε ιστό, η αντίδραση των αποξηραμένων
πλασμάτων που μολονότι ζούσαν στον ίδιο τόπο με μένα μιλούσαν την δική τους ακατανόητη γλώσσα,
ξάφνιαζε. Θετική ή αρνητική, ( δύσκολο να το καταλάβεις γιατί απαιτούσε την γνώση ενός κώδικα εξοικείωσης),
η αντίδρασή τους ήταν εύγλωττη, ζωηρή, αποτέλεσμα πρωτόγονων αλλά γνήσιων
αισθημάτων. Οι άνθρωποι, όλοι άντρες, χειρονομούσαν βγάζοντας άναρθρες
κραυγές. Εμείς, τα κορίτσια, σερνόμασταν με την κοιλιά, κάθιδρες πλέον,
και με την ικανοποίηση ότι κάτι είχαμε καταφέρει, ότι
αργά ή γρήγορα θα πλησιάζαμε στην είσοδο της σπηλιάς. ΄Ομως η συμπεριφορά των
ανθρωποειδών μας κράτησε μετέωρες σ’ αυτήν την στάση που έκανε τα σπλάγχνα μας
να ματώνουν, το δέρμα ν΄ανάβει και να σκίζεται. Ο Θ. προσπάθησε με ήρεμες
χειρονομίες και κυρίως με την αργόσυρτη
, μαλακιά φωνή του, να πει ορισμένα πράγματα. Εξήγησε όσο μπορούσε καλύτερα τον
σκοπό της επίσκεψής μας, τον λόγο που επιθυμούσαμε να επισκεφθούμε την
συγχωριανή τους. Μάταιος κόπος. Η γυναίκα δεν τους ήταν άγνωστη , αλλά όντας
στο περιθώριο και σε πολύ χαμηλή εκτίμηση, δεν βοηθούσε με την παρουσία της σε
τίποτα. Είχαν πολύ καιρό να την δουν, είπαν. Δεν τους ενδιέφερε
το νησί ούτε ήθελαν κόσμο, έλεγαν. Μια στιγμή αναταραχής, συμπλοκή,
κραυγές κι ο Θ. , με τον σουγιά στο χέρι, να ορμά πάνω τους. Ο επικεφαλής, πίθηκος
με τα όλα του, γρυλίζοντας επιτίθεται. Ανεβασμένες στις πέτρες η
Καλλίνα, η κόρη της ξαδέλφης μου και γω, βλέπουμε ένα κομμάτι ματωμένης
σάρκας να πέφτει καταγής. ΄Επειτα
φωνές, τρόμο. Ο Θ. συνέχισε ν’ απειλεί
έως ότου η ομάδα των εξαγριωμένων σκορπιστεί, αφού πρώτα ο πιο μικρός,
λιγότερο μαυριδερός, ανοιχτομάτης και με χαίτη μέχρι τους ώμους μαζέψει από
κάτω το κομμένο αυτί, το τυλίξει μ’ ένα κουρέλι –μαντήλι που βγάζει απ’ την
τσέπη , το ξαναβάλει μέσα και φύγει τρέχοντας. ΄Ορθιες κοιτάμε τον φίλο μας
να στέκει σιωπηλός. Ο ήλιος δεν έχει κρυφτεί ακόμη, η ατμόσφαιρα είναι βαριά και τα ρολόγια μας ευχόμαστε να’ χουν
σταματήσει λίγο πριν το αίμα, τότε που ξεμπαρκάραμε και με λαχτάρα ανεβαίναμε
τον λόφο. Μας είχαν πει πως αν αργούσαμε
θα’ φευγαν δίχως να μας αναζητήσουν. Τώρα ο ήλιος πέφτει, εξαφανίζεται και αμέσως μετά, σε
χρόνο δύσκολο να προσδιοριστεί – ένα λεπτό; τριάντα δευτερόλεπτα; δύο λεπτά;-
το φεγγάρι κάνει την εμφάνισή του· φορά ένα κόκκινο μανδύα. Είναι θολό, έχει
ένα περίγραμμα, δύο περιγράμματα σαν ομόκεντρους κύκλους που
πολλαπλασιάζονται όσο το μουντό χρώμα
της ατμόσφαιρας γίνεται όλο και πιο πυκνό. Πανσέληνος, έκλειψη , και μεις είμαστε νέοι, ξεκινήσαμε την
εκδρομή με λαχτάρα για την γνωριμία της
μορφής της αναγέννησης που εμφανίζεται μία και μόνον φορά, πριν
χαθεί οριστικά πίσω απ’ τους βράχους σαν το καλυμμένο από ιστό αράχνης πρόσωπο
της σελήνης.
Προδοθήκαμε. Τρέχαμε για να προλάβουμε σκουντουφλήσαμε στις πέτρες
, ακούσαμε το σύρσιμο των ερπετών , ίσως ήταν και άλλα μικρά σαρκοβόρα που
ξετρύπωναν, όμως η απόσταση μεγάλη, τα
πόδια μας κολλημένα στο έδαφος
θύμιζαν βήματα χορευτών
που μιμούνται την κίνηση γιατί
όλα παρέμεναν γύρω μας αμετάβλητα όσο κι
αν παλεύαμε με κομμένη την ανάσα να
διανύσουμε το καταραμένο χιλιόμετρο μέχρι την ακτή. Και κει που κάθιδροι
ευχόμασταν να ανήκε στη φαντασία αυτή η φάρσα
που μας είχαν σκαρώσει ντόπιοι, βαρκάρηδες και
πληροφοριοδότες, σηκώσαμε το κεφάλι, πρώτος ο παιδικός μου φίλος Θ.,
έπειτα η Καλλίνα και γω, ψηλά, στο ύψωμα της
σπηλιάς που κρυβόταν η γυναίκα
που ψάχναμε. Όρθια η Σίμια Σάρα με την κοιλιά φουσκωμένη, τεράστια σε αντίθεση
με το μικροκαμωμένο σκελετωμένο κορμί της, κοιτούσε βουβή, με ζαρωμένο το
μέτωπο από την προσπάθεια να μας
διακρίνει μες στο ημίφως του
γαλακτόχρωμου δειλινού. Δεν ξέρω αν ήταν αυτό
που μας απελευθέρωσε ή η επιθυμία μας να μη μάθουμε τίποτε
περισσότερο για τον τόπο της που σιγά
σιγά βυθιζόταν. Το στόμα μας ανοιχτός λάκκος ρουφούσε τον ψυχρό αέρα που
ερχόταν από το βουνό. Όμως κραυγή δεν
έβγαινε απ’ αυτό. Τα πόδια μας ξεκόλλησαν και τρέξαμε μήπως και προλάβουμε και
επιστρέψουμε, ενώ η φωνή της γριάς του θεού μάς έσχιζε τα τύμπανα περνώντας
μέσα από τον λόφο που αργά αλλά σταθερά
χαμήλωνε.



